Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

OMOΡΡΙΖΑ ΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Ομόρριζα
χρηστικών λέξεων

https://sites.google.com/site/thetidiolarisa/_/rsrc/1318489330464/%CE%AD%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CE%AD%CE%BA%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7/lexikonekthesi.jpg

Α

αγγελία (άγγελος, επάγγελμα, ευαγγέλιο, παραγγελία)
άγιος (αγίασμα, αγιοσύνη, αγιότητα, αγιογράφος)
άγριος (αγρίεμα, αγριάδα, αγριότητα, αγριοκάτσικο)
αγρός (αγρότης, αγροτιά, αγροτεμάχιο, αγροικία)
αδελφός (αδελφότητα, αδελφοσύνη, αδέλφωμα, γυναικάδελφος)
αέρας (αέριο, αερισμός, αέρινος, αεράτος)
αθλητής (άθλημα, αθλητισμός, άθληση, αθλοπαιδιά)
αίμα (αιμάτωμα, αιματηρός, αιματοκρίτης, αφαίμαξη)
αίρεση (αναίρεση, διαίρεση, καθαίρεση, αιρετικός, αυθαίρετος)
αιχμή (αιχμηρός, αιχμαλώτιση, αιχμάλωτος, αιχμαλωσία)
αισχρός (αισχύνη, αισχρολογία, αισχροκέρδεια)
ακοή (παρακοή, υπακοή, υπήκοος)
αλάτι (αλιέας, παραλία, αιγιαλός)
άλγος (ανάλγητος, αναλγησία, κεφαλαλγία)
άμαξα (αμάξωμα, αμαξάς, αμαξηλάτης, αυτοκινητάμαξα)
αμπέλι (αμπελώνας, αμπελουργός, αμπελόφυλλο, αμπελοχώραφο)
άνθος (ανθηρός, άνθηση, άνθιση, ανθοδέσμη)
άρθρο (άρθρωση, αρθρίτιδα, αρθρογράφος, άναρθρος)
άρτος (αρτοποιός, αρτοπώλης, αρτοκλασία, αρτοβιομηχανία)
αρχή (αρχικός, έναρξη, αρχείο, άρχοντας)
άστυ (αστός, αστικός, αστυνόμευση, αστικοποίηση)
άσχημος (ασχήμια, ασχημοσύνη, ασχημόπαπο, ασχημάτιστος)
ατμός (εξάτμιση, ατμόπλοιο, ατμόλουτρο, ατμόσφαιρα)
αυγή (αυγερινός, ανταύγεια, χαραυγή, χρυσαυγή)
αφή (απτός, αψιμαχία, αψίκορος=αυτός που εύκολα χορταίνει, αψίδα)


Β

βαθμός (βαθμιαίος, βαθμίδα, βαθμολογία, ισοβαθμία)
βαθύς (βάθος, εμβάθυνση, βαθύτηα, αβαθής)
βασανισμός (βάσανο, βασάνισμα, βασανιστής, βασανιστήριο)
βία (βίαιος, βιαστής, βιασμός, βιαιότητα)
βίος (βίωμα, επιβίωση, βιοτικός, βιώσιμος)
βουλευτής (βουλευτήριο, βούλευμα, βουλευτικός)
βροχή (βρέξιμο, βροχερός, αδιάβροχο, βροχούλα)

Γ

γελαστός (γέλωτας, κλαυσίγελως, καταγέλαστος, γέλιο)
γεύση (γεύμα, γευστικός, εύγευστος, γευστικότητα)
γη (γήινος, γήπεδο, γηγενής, γήλοφος)
γίγαντας (γιγαντιαίος, γιγαντένιος, γιγαντόσωμος, γιγαντώδης)
γλυκός (γλύκισμα, γλυκύτητα, γλυκασμός, γλυκάδι)
γραφή (γράμμα, γραμματική, γραφιάς, γραμματέας)
γυμνός (γύμνασμα, γυμναστική, γυμνισμός, ξεγύμνωμα)

Δ

δαίμονας (δαιμόνιο, δαιμονικός, δαιμονισμένος, δαιμόνιος)
δακτυλίδι (δάκτυλο, δακτύλιος, δακτυλήθρα, δακτυλογράφος)
δάσος (δασώδης, δασικός, δασύλλιο, αναδάσωση)
δεξιός (δεξιότητα, επιδέξιος, δεξίωση, δεξιοτέχνης)
δεσμός (δεσμώτης, δέσμευση, δέσμη, δεσμωτήριο)
δεσπότης (δεσποσύνη, δεσποτάτο, δεσποτισμός, αδέσποτος)
δηλητήριο (δηλητηριώδης, δηλητηρίαση, δηλητηριασμός, δηλητηριαστής)
διακριτικός (διάκριση, διακριτικότητα, αδιάκριτος, διακεκριμένος)
διάλυμα (διάλυση, διαλύτης, διαλυτός, διαλυτότητα)
διδασκαλία (δάσκαλος, διδασκαλείο, διδακτήριο, δίδαγμα)
δίκαιος (δικαίωμα, δικαίωση, δικαιοσύνη, δικαιοδοσία)
διοίκηση (διοικητής, διοικητήριο, αυτοδιοίκητος, κακοδιοίκηση)
δόλος (δολερός, δόλιος, δόλωμα, δολοπλόκος)
δράμα (δραματικός, δραματικότητα, δραματουργός, μελόδραμα)
δύναμη (δυναμικός, αδυναμία, δυνάμωμα, δυνατότητα)
δύση (δυτικός, δύτης, αποδυτήριο, δυτικόφιλος)

Ε

έγκλημα (εγκληματίας, εγκληματικότητα, εγκληματικός, εγκληματολογία)
έθνος (εθνικότητα, εθνικός, εθνικισμός, εθνικιστής)
ειδικός (ειδικότητα, εξειδίκευση, ειδήμων, ανειδίκευτος)
εικόνα (εικόνισμα, εικονικός, εικονίδιο, απεικόνιση)
ειρήνη (ειρηνικός, ειρηνικότητα, ειρηνευτής, ειρηνιστής)
εκκλησία (εκκλησάκι, εκκλησιασμός, εκκλησίασμα, έκκληση)
εκλογή (εκλογιμότητα, εκλόγιμος, προεκλογικός, εκλογοδίκης)
έκφραση (εκφραστικός, εκφραστικότητα, ανέκφραστος)
ελάττωμα (ελαττωματικός, ελαττωματικότητα, ελάττωση)
ελευθερία (ελευθέρωση, ελευθερωτής, ελευθεριότητα, ελευθεροτυπία)
έμπορος (εμπορεία, εμπόρειο, εμπόρευμα, εμπορικότητα)
ένταλμα (εντολή, εντολέας, εντολοδότης, εντολοδόχος)
ένωση (ενότητα, ενωτικός, ενικός, ενιαίος)
εξέταση (ανεξεταστέος, εξεταστήριο, εξεταστής, εξέτασμα)
εξουσία (εξουσιαστής, εξουσιασμός, εξουσιοδότηση)
εορτή (εορτασμός, εορταστικός, εόρτασμα, εορτάσιμος)
επιστήμη (επιστημονικός, επιστήμονας, πανεπιστήμιο, επιστημοσύνη)
εργασία (εργάτης, εργαλείο, εργατικός, εργατιά)
ερημιά (έρημος, ερήμωμα, ερήμωση, ερημίτης)
ερπετό (έρπης, ερπύστρια, ερπυστήρας)
εστία (εστιατόριο, εστιάτορας, εστίαση, συνεστίαση)
ευθεία (ευθύς, ευθύτητα,  κατεύθυνση, ευθύγραμμος)
εύρημα (ευρηματικός, εύρεση, δυσεύρητος, ευρετήριο)
εχθρός (έχθρα, εχθρικός, εχθρικότητα, εχθροπραξία)

Ζ

ζεύγος (ζευγάρι, ζευγάρωμα, ζευγάς, ζευγολάτης)
ζήλια (ζήλος, ζηλιάρης, ζηλότυπος, ζηλόφθονος)
ζήτημα (ζητιάνος, ζητιανιά, αναζήτηση, συζήτηση)
ζυγός (ζύγι, ζυγαριά, σύζυγος, υποζύγιο)

Η

ηδονή (ηδύς, φιλήδονος, ηδύποτο, ηδύοσμο)
ήλιος (ηλίαση, ηλίασμα, ηλιοβασίλεμα)
ημέρα (εφήμερος, εφημερία, νυχθήμερο, καθημερινός)
ήμισυ (ημιθανής, ημίτονο, ημίωρο)

Θ

θαμπός (θάμπωμα, θαμπάδα, θαμπωμένος, ξέθαμπο)
θάνατος (θανάτωμα, θανάτωση, θανάσιμος, θανατηφόρος)
θέατρο (θεατής, θέαμα, αξιοθέατος, θεατρόφιλος)
θεμέλιο (θεμελίωση, θεμελίωμα, θεμελιώδης, θεμελιωτής)
θερμότητα (θερμός, θερμάστρα, θέρμανση, θερμίδα)
θεωρία (θεώρημα, θεώρηση, θεωρητικός, θεωρητικολογία)
θηρίο (θήρα, θήραμα, χρυσοθήρας, θηριωδία)
θολός (θόλωμα, θόλωση, θολώδης, θολότητα)
θώρακας (θωράκιση, θωρακισμός, θωράκισμα, θωρηκτό)

Ι

ιδέα (ιδεατός, ιδεατός, ιδεώδης, ιδεολόγος)
ιερός (ιερέας, ιεροσύνη, ιερότητα, ιερατείο)
ιππέας (ίππος, ίππευση, ιππευτής, ίππευμα)

Κ

καύση (καύμα, καύσιμο, κάψιμο, καύσωνας)
κάλυμμα (καλύπτρα, καλύβα, κάλυψη, ανακάλυψη)
καμπή (καμπύλος, κάμψη, ακαμψία, καμπούρα)
καπνός (καπνιά, καπνιστής, καπνίλα, καπνάδα)
καρπός (καρπώδης, καρπερός, κάρπωση, κάρπωμα)
καρφί (κάρφωμα, καρφωτής, καρφίτσα, καρφωτός)
κατήγορος (κατηγόρημα, κατηγορηματικός, κατηγορητήριο)
κεφάλαιο (κεφαλαιώδες, κεφάλι, κεφαλαίος, επικεφαλίδα)
κηδεία (κήδευση, επικήδειος)
κλάμα (κλαψιάρης, κλαυθμός, κλάψιμο, κλαυτός)
κλήρος (κλήρωση, κληρικός, κληρωτίδα, κληρωτός)
κλίση (κλίνη, κλιτύς, κλίμακα, επικλινής)
κλοπή (κλεψιά, κλέφτης, κλέψιμο, κλοπιμαίος)
κόμμα (κομμάτι, κομμάτιασμα, κομματισμός, κόψιμο)
κόλακας (κολακεία, κολάκευμα, κολακευτής)
κορυφή (κορυφαίος, κορύφωση, κορύφωμα, κορυφογραμμή)
κρανίο (κράνος, κάρα, καρατόμηση, καραδοκώ)
κρημνός (κρέμασμα, κρεμάστρα, κρεμαστός)
κρίση (κρίμα, κριτής, κριτήριο, κριτική)
κρότος (κροτάλισμα, κροταλίας, κροτίδα, πυροκρότημα)
κύκλος (κύκλωμα, κύκλωση, κυκλικός, κυκλώνας)
κύμα (κυματισμός, κυμάτισμα, κυματώδης, κυματοθραύστης)

Λ

λάδι (λάδωμα, λαδωτής, λαδερό, λαδιά)
λάμψη (λαμπάδα, λαμπερός, λαμπτήρας, λαμπρότητα)
λευκός (λεύκανση, λεύκωμα, λευκάδα, λευκότητα)
λύση (λύσιμο, λύτης, λυτός, απολυτήριο)

Μ

μάγειρας (μαγειρική, μαγειρείο, μαγείρεμα, μαγειρευτός)
μάθημα (μαθητής, μαθητεία, μάθηση, μαθητούδι)
μάχη (μαχητής, μάχιμος, μαχητικός, μαχητικότητα)
μέταλλο (μετάλλευμα, μεταλλείο, μετάλλιο, εκμεταλλευτής)
μέτρο (μέτρημα, μετρητής, μέτρηση, μετροταινία)
μνήμη (μνημείο, μνήμα, μνημόσυνο, μνημοσύνη)
μορφή (μόρφωμα, μόρφωση, διαμορφωτής, μορφασμός)
μύθος (μυθικός, μύθευμα, μυθώδης, μυθομανής)

Ν

νάρκη (νάρκωση, νάρκωμα, ναρκωτικό, ναρκωτής)
νεύρο (νευρικός, νευρίασμα, νευρωτικός, νευρικότητα)
νοθεία (νόθος, νόθευση, νόθευμα, νοθευτής)
νους (νόηση, νόημα, νοητός, νοηματικός)
ντροπή (ντρόπιασμα, ντροπιαστικός, ντροπαλός, ντροπαλότητα)

Ξ

ξύλο (ξυλεία, ξυλώδης, ξύλινος, ξυλογλυπτική)

Ο

όλεθρος (εξολοθρευτής, απώλεια, πανωλεθρία)
όλος (ολόκληρος, ολοκαύτωμα, ολοτελής)
όμοιος (ομοιότητα, ομοίωμα, παρόμοιος, ομοιοπαθής)
όνομα (επώνυμο, ευώνυμος, ψευδώνυμος)
ουρανός (ουράνιος, επουράνιος, μεσουράνημα)
οφειλή (οφειλέτης, χρεοφειλέτης, όφελος)
όχλος (ενόχληση, παρενόχληση, οχλοβοή)

Π

παιδί (παιδεία, παιδαγωγός, παιδίσκη, απαίδευτος)
πας (πανοπλία, πανουργία, παρρησία, πανδοχείο)
πάθος (πάθημα, συμπαθής, ομοιοπαθής, μετριοπαθής)
πατέρας (πατριά, πατροπαράδοτος, πατρώος, πατρίδα)
παύση (ανάπαυση, κατάπαυση, ακατάπαυστος)
πίστη (απιστία, ολιγόπιστος, πιθανολογία)
πείρα (πειρασμός, άπειρος, έμπειρος, απείραστος)
ποτό (οινοπότης, συμπόσιο, ποτήρι)
πτηνό (πτέρυγα, φτερό, πτήση, πτερύγιο)
πτώση (πτώμα, παράπτωμα, έκπτωση, σύμπτωση)
πλάση (πλάσμα, ανάπλαση, διάπλαση, πλαστός)
πλατύς (πλατεία, διαπλάτυνση, πλάτος, πλάτανος)
πλοκή (εμπλοκή, διαπλοκή, πλέγμα, καλαθοπλέκτης)
πλεύση (πλοίο, πλοιάριο, πλους, διάπλους, απόπλευση)
πλήρης (πλήρωμα, εκπλήρωση, αναπλήρωση, πληρότητα)
πληγή (πλήγμα, πλήκτρο, έκπληξη, πλήκτης)
πλούτος (πλούσιος, πλουτισμός, ζάπλουτος)
πνοή (πνεύμα, πνευματικός, εκπνοή, έμπνευση)
ποίηση (ποίημα, ευποιϊα, κακοποιός, σκηνοποιός)
ποιμένας (ποίμνιο, ποιμνιοστάσιο, ποίμνη, αρχιποιμένας)
πόδι (ποδήρης, υποπόδιο, τετράποδο, ανδράποδο)
πόλη (πολιτεία, πολίτευμα, πολίτης, κωμόπολις)
πολύς (πολυτελής, πολυλογάς, πολύτιμος, πολυποίκιλος)
πόνος (πόνημα, καταπόνηση, πονόδοντος)
πορεία (εύπορος, έμπορος, πορισμός, οδοιπορία)
πράξη (πραγματεία, διαπραγμάτευση, πράγμα, πράκτορας)

Ρ

ραβδί (ραβδούχος, ράβδισμα, ραβδοσκόπος, ραβδισμός)
ρήση (ρήμα, παρρησία, ρήτορας, άρρητος)

Σ

σεβαστός (ευσέβεια, σέβασμα, θεοσεβής, ασεβής)
σημείο (άσημος, επίσημος, εύσημο, παράσημο)
σθένος (ασθενής, ασθένεια, σθένημα, φιλάσθενος)
σιτάρι (σίτιση, ασιτία, σιτευτός, επισιτισμός)
σκεύος (παρασκευή, κατασκευή, επισκευή, αρτοσκεύασμα)
σκηνή (κατασκήνωση, σκηνοποιός, σκηνοπηγία, σκήνωμα)
σκληρός (σκληρότητα, σκληρόκαρδος, σκληροτράχηλος)
σκοπός (σκοπευτής, σκοπιά, επίσκοπος, κατάσκοπος)
σκοτάδι (σκότος, σκοτεινός, σκοτία, σκοτοδίνη)
σοφός (σοφία, φιλοσοφία, σόφισμα, άσοφος)
σπέρμα (σπορά, σπόρος, σπαρτός, σπορέας)
στρατιά (στρατιώτης, στρατηγός, στράτευμα, εκστρατεία)
στροφή (καταστροφή, στροφοδίνη, διάστρεμμα, στροφόμετρο)
στρώμα (διαστρωμάτωση, στρωματάδικο, στρωματάς, στρωματογραφία)
σφαγή (σφάγιο, σφάξιμο, σφαγιασμός, σφαγείο)
σφάλμα (ασφάλεια, επισφαλής, ασφαλής)
σωτηρία (σωτήρας, άσωτος, ασωτία, σωτήριος)
σώμα (σωματώδης, σύσσωμος, σωματικός, ολόσωμο)

Τ

τάξη (τάγμα, διαταγή, τακτός, υποταγή)
ταπεινός (ταπεινόφρονας, ταπείνωση, ταπεινοφροσύνη, ταπεινότητα)
ταραχή (ταραξίας, διατάραξη, τάραχος, τάραγμα)
τάση (ένταση, έκταση, πρόταση, παράταση)
τέλος (τέλειος, τελευτή, τελείωση, συντέλεια)
τέχνη (τεχνοτροπία, καλλιτέχνης, κομψοτέχνημα, άτεχνο, περίτεχνο)
τιμή (τίμιος, έντιμος, αντίτιμο, υποτίμηση)
τόλμη (τολμηρός, άτολμος, παρατολμία, τόλμημα)
τόπος (τοπικός, τοπικιστής, τοποθεσία, τοπογράφος)
τραγούδι (τραγουδιστής, παρατράγουδο, λιανοτράγουδο, τραγούδισμα)
τραύμα (τραυματισμός, τραυματιοφορέας, τραυματίας)
τριβή (ελαιοτριβείο, τρίμμα, τρίφτης, τρίψιμο)
τρόμος (τρομοκρατία, έντρομος, τρομάρα, ατρόμητος)
τρόπος (τροπολογία, τροποποίηση, δύστροπος, ιδιότροπος)
τρύπα (τρύπιος, τρύπημα, τρυπητήρι, τρυπάνι)
τύπος (έντυπο, εκτύπωση, τυπογραφείο, αποτύπωμα)
τύχη (τυχερός, καλότυχος, τυχαίος, δυστυχής)

Υ

υγεία (υγιής, υγιεινός, εξυγίανση, υγειονομικός)
υγρασία (υγρός, υγραντήρας, ύγρανση, υγροποίηση)
ύλη (υλικό, υλοποίηση, υλιστής, άϋλος)
υπηρέτης (εξυπηρέτηση, υπηρεσία, υπηρεσιακός)
ύψος (εξύψωση, ύψωμα, υψηλός, υψηλοφροσύνη)
Φ

φαντασία (φαντασία, φάντασμα, φαντασμένος, φαντασιόπληκτος)
φάρμακο (φαρμακευτική, φαμακείο, φαρμακοποιός, φαρμάκωμα)
φήμη (διαφήμιση, φημισμένος, κακόφημος, διαφημιστής)
φίλος (φιλί, φιλία, φιλόξενος, συμφιλίωση)
φόβος (άφοβος, φοβία, φοβέρισμα, υψοφοβία)
φτωχός (φιλόπτωχος, φτώχεια, πτώχευση, φτωχογειτονιά)
φυλακή (φύλαξη, φύλακας, αποφυλάκιση, φυλάκιο)
φωνή (φώναγμα, καλλίφωνος, φωνήεν, μικρόφωνο)

Χ

χάδι (χάιδεμα, χαδιάρης, χαϊδολόγημα, χαϊδεμένος)
χορός (χορευτής, χορευτικός, χορευταράς, χορεία=σύνολο χορευτών)
χρέος (χρεοφειλέτης, χρεώστης, χρέωση, χρεοκοπία)
χρήμα (χρηματοπιστωτικός, χρηματιστήριο, χρηματιστής, χρηματαγορά)
χρυσός (χρυσάφι, χρυσοχοείο, χρυσωρυχείο, χρυσοθήρας)
χυλός (χύμα, χύτρα, χυμός, χυδαίος)
Ω

ώριμος (ωρίμαση, ωριμότητα, ωριμαστήριο, ανώριμος)

Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
..........................


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου