Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΚΕΙΜΕΝΑ


ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΜΕ... ΣΤΥΛ

    Πριν από λίγες μέρες ο John Galliano απολύθηκε από τον οίκο Dior εξαιτίας αντισημιτικών σχολίων που έκανε ενώ διασκέδαζε με φίλους σε γκέι μπαρ στην περιοχή του Marais, αγαπημένη συνοικία των καλλιτεχνών και λοιπών διασημοτήτων στο Παρίσι. Λέγεται ότι στα σχόλια του, τα οποία έγιναν υπό την επήρεια του αλκοόλ, ο διάσημος μόδιστρος εκφράστηκε με θαυμασμό υπερ του Χίτλερ, ενώ αναπαρήγαγε ρατσιστικά κλισέ κατά των Εβραίων. Αξίζει να αναφερθεί ότι στο φιλελεύθερο Marais υπάρχει μία από τις μεγαλύτερες Συναγωγές της πόλης αφού μεγάλο μέρος των κατοίκων είναι εβραϊκής καταγωγής και ότι τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί στην περιοχή πλήθος μοντέρνων γκέι μπαρς, όπου οι θαμώνες εκφράζουν ελεύθερα τα αισθήματά τους, χωρίς κανείς να τολμά να τους παρενοχλήσει ή να τους στραβοκοιτάξει.

    Δεν γνωρίζω ποια είναι η σχέση του Galliano με το αλκοόλ, αλλά το να χρησιμοποιήσουμε το γεγονός ότι είχε πιει ώστε να τον απενοχοποιήσουμε για τη ρατσιστική συμπεριφορά του δεν προσφέρει πραγματικές εξηγήσεις για το συμβάν. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ήταν απλά το ερέθισμα που τον οδήγησε στο ξέσπασμα και όχι η αιτία της χυδαίας φραστικής επίθεσης που εξαπέλυσε κατά μίας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας.

    Θα πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση ότι ένας άνθρωπος που ανήκει σε μία ομάδα που λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού έχει δεχτεί στο παρελθόν και συνεχίζει να δέχεται την απόρριψη και την επιθετικότητα του συντηρητικού τμήματος την κοινωνίας, εκφράζεται με ιδιαίτερα προκλητικό τρόπο εναντίον μιας άλλης ομάδας που υπέφερε απάνθρωπα και συνεχίζει να βάλλεται από διάφορες προκαταλήψεις.

    Μήπως αυτό ακριβώς θα μπορούσε ν’ αποτελεί εξήγηση για την συμπεριφορά του Galliano, αφού δεν είναι ασυνήθιστο άνθρωποι που νιώθουν την κοινωνική απόρριψη και καταπίεση στο πετσί τους, να στρέφονται κατά άλλων καταπιεσμένων ομάδων, αναπαράγοντας στερεότυπα, αλλά και μεταθέτοντας το μίσος που δυστυχώς έχουν εσωτερικεύσει; Ή μήπως ο διάσημος και πάμπλουτος μόδιστρος των σταρς, έχει τόσο χάσει την επαφή του με τον μέσο άνθρωπο, που θεωρεί ότι στέκεται υπεράνω του νόμου και της ηθικής, και συνεπώς όλα του επιτρέπονται;

    Όποια κι αν είναι η εξήγηση, είναι απογοητευτικό ότι ένας άνθρωπος με έντονη δημόσια παρουσία, αποτελεί, λόγω της στάσης του, αρνητικό μοντέλο για τους νέους. Το θετικό είναι ότι ο οίκος Dior αντέδρασε άμεσα με την απόλυση του μόδιστρου, δίνοντας μαθήματα στοιχειώδους ευπρέπειας και πολιτικής ορθότητας, ποιότητες που τόσο έχουν κατηγορηθεί στη χώρα μας από συντηρητικούς -δεξιούς ή αριστερούς, δεν έχει σημασία, - που θέλουν να βεβαιωθούν ότι τίποτα δεν θ’ αλλάξει στην Ελλάδα, ότι η ευαισθητοποίηση και ο κοινωνικός πολιτισμός αφορούν τους «κομπλεξικούς κουτόφραγκους», και ότι θα παραμείνουν για μας δύο έννοιες υπό αμφισβήτηση.

     Είναι γεγονός που βιώνουμε καθημερινά ότι οι κοινωνίες της Δύσης είναι ακόμα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ανώριμες, και έχουν -δυστυχώς- ανάγκη από νόμους που θα προστατεύουν τα οποία θύματα του (φυλετικού, εθνοτικού, σεξουαλικού, θρησκευτικού, ή σεξιστικού) ρατσισμού ενάντια στην προκατάληψη, τους εθνικούς «μύθους» και τις θεωρίες συνωμοσίας που πηγάζουν από την απουσία της εις βάθος γνώσης της κοινωνίας μας.

 

Η Εύα Στάμου είναι ψυχολόγος και συγγραφέας

Ο ρατσισμός της ποσόστωσης

της Calpicon Ltd 21/10/2010

Οι τόνοι από τα πολιτικά κόμματα ανέβηκαν κατακόρυφα, οι αντιπαραθέσεις ακόμα και για ήσσονος σημασίας θέματα είναι έντονες, «σκάνδαλα» και σκάνδαλα έρχονται στην επιφάνεια. Μπήκαμε και επίσημα σε προεκλογική περίοδο και πάμε για εκλογές με ένα εκλογικό νόμο που, αν κάτι τον χαρακτηρίζει, είναι η οσμή έντονου ρατσισμού σε ότι αφορά τις γυναίκες. Αναφέρομαι στην υποχρέωση των πολιτικών παρατάξεων να συμπεριλαμβάνουν υποχρεωτικά στη λίστα των υποψηφίων τους ένα ποσοστό γυναικών που στην περίπτωση των επίκαιρων δημοτικών εκλογών είναι το 1/3 των υποψηφίων. Όχι δεν είναι η πρώτη φορά που ο εκλογικός νόμος προβλέπει κάτι τέτοιο αλλά κατά την ταπεινή μου γνώμη η συγκεκριμένη απαίτηση εκτός του ότι γυρνά την κοινωνία μας πολλά χρόνια πίσω έρχεται απλά να «παραβιάσει ανοικτές θύρες» και τίποτα παραπάνω.

Αν κάποιος είχε την πολιτική γενναιότητα να επιβάλλει υποχρεωτική ποσόστωση γυναικών στα ψηφοδέλτια, μέχρι και τη δεκαετία του '70 όταν οι κοινωνικές δομές ήταν εντελώς διαφορετικές, τότε ναι θα ήταν ένα μεγάλο βήμα προς τα μπροστά. Σήμερα όμως;

Ας δούμε με μια εντελώς απλή προσέγγιση τη διαφορά του τρόπου ζωής της μέσης γυναίκας, τη δεκαετία του '70 σε σύγκριση με τη σημερινή. Η κύρια απασχόληση για τη μέση γυναίκα ήταν ακόμα τα «οικιακά». Η γυναίκα ζούσε κατά βάση στο σπίτι και η σχέση που είχε με τα προβλήματα της εκτός σπιτιού εργασιακής καθημερινότητας είχε να κάνει με ότι αφορούσε στη δουλειά του συζύγου, άντε σε ότι αντίστοιχο άκουγε από τις γειτόνισσες.
Από τότε βέβαια πολλά άλλαξαν. Σήμερα η μέση γυναίκα είναι εργαζόμενη όπως ο άνδρας. Οι κοινωνίες έχουν «ανοίξει», οι συνήθειες της καθημερινότητας άλλαξαν. Το ότι πλέον στην οικογένεια εργάζονται και οι δυο γονείς έχει ανατρέψει παλιές κατεστημένες λογικές.
Γιατί λοιπόν η ποσόστωση στα ψηφοδέλτια; Αν αυτό δεν είναι αναχρονισμός, τότε τι είναι; Γιατί να θεωρούνται οι γυναίκες «προβληματική» κοινωνική ομάδα που στο όνομα της δήθεν ισότητας χρειάζονται «σπρώξιμο»; Γιατί να θεωρείται ένας πολίτης λιγότερο ικανός από κάποιον άλλο στο εκλέγεσθαι μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα; Δηλαδή τι παραπάνω χρειάζεται για να χαρακτηρίσει κάποιος αυτή τη λογική σαν καθαρά ρατσιστική; Όσο κι αν έψαξα, δε βρήκα κάποιο δημοσίευμα που να αντιτίθεται στην ποσόστωση. Η γραμματεία ισότητας πανηγυρίζει! Οι λαλίστατες επί παντός επιστητού πριν κάτι χρόνια γυναικείες οργανώσεις τώρα πια σιωπούν. Γιατί;

Τα σαθρά επιστημονικά θεμέλια του ρατσισμού



Η αναξιοπιστία και η ανακρίβεια του επιστημονικού λόγου πρέπει να θεωρούνται δεδομένες όταν δεν καταφέρνει -ή μάλλον, όταν δεν επιθυμεί- να διαφοροποιηθεί από την κυρίαρχη ιδεολογία και τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις της εποχής.

Πριν από δύο εβδομάδες παρουσιάσαμε την τραγική ιστορία της «Αφροδίτης των Οτεντότων» (βλ. «Ε» 07-05-11), της νεαρής Αφρικανής Σάαρτζι, η οποία στις αρχές του 19ου αιώνα αναγκάστηκε να επιδεικνύει τα ογκώδη προκλητικά της οπίσθια και τη δήθεν «ζωώδη» φύση της σε κακόγουστες παραστάσεις για κοινωνικά εξαθλιωμένους Ευρωπαίους θεατές.

Αυτή η απροκάλυπτα ρατσιστική και σεξιστική αντιμετώπιση της Σάαρτζι δεν εκδηλώθηκε μόνο από αμόρφωτα και κοινωνικά αλλοτριωμένα άτομα, αλλά και από τους πιο καλλιεργημένους και διαπρεπείς επιστήμονες της εποχής· οι τελευταίοι, μολονότι εξέτασαν επισταμένως το σώμα της Σάαρτζι, με μεγάλη προθυμία θυσίασαν την αντικειμενικότητα της επιστημονικής περιγραφής στον βωμό των πολιτισμικών και ρατσιστικών προκαταλήψεών τους.

Για παράδειγμα, ο Ζορζ Κιβιέ (Georges Cuvier), ο πιο διάσημος Γάλλος ανατόμος και παλαιοντολόγος της εποχής, συνέκρινε ορισμένα ανατομικά χαρακτηριστικά της Σάαρτζι με αυτά των ουραγκοτάγκων, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η νεαρή Αφρικανή (και οι όμοιοί της) έχει στενότερη συγγένεια με τους ανθρωποειδείς πιθήκους (όπως π.χ. οι ουραγκοτάγκοι) παρά με τους ανθρώπους. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι τόσο το ίδιο το συμπέρασμα όσο η ανάγκη του Κιβιέ να το τεκμηριώσει επιστημονικά βάσει «αδιάψευστων» ανατομικών δεδομένων.

Επινοώντας τις φυλετικές διαφορές

Έτσι, η πεπλατυσμένη μύτη, το σχετικά μικρό κρανίο, κυρίως όμως οι ογκώδεις γλουτοί (στεατοπυγία) και τα προεξέχοντα εξωτερικά γεννητικά όργανα της νεαρής γυναίκας φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις ρατσιστικές και σεξιστικές προκαταλήψεις του επιφανούς ειδικού.

Το αξιοπερίεργο είναι ότι όλοι οι ειδικοί της εποχής παρέβλεψαν συστηματικά μια σειρά από δεδομένα, όπως για παράδειγμα ότι το «μικρό» κρανίο της ήταν απολύτως φυσιολογικό για μια γυναίκα ύψους μόλις 1 μέτρου και 40 εκατοστών. Οσο για τους ογκώδεις γλουτούς και τα διογκωμένα γεννητικά όργανα, αυτά αποτελούσαν (και εξακολουθούν να αποτελούν) για τα μέλη των «πρωτόγονων» αφρικανικών φυλών σαφείς σωματικές ενδείξεις θηλυκότητας και μεγάλης γονιμότητας και συνεπώς έτειναν να επιλέγονται και να ενισχύονται από γενιά σε γενιά.

Γιατί άραγε, η Σάαρτζι και οι όμοιοί της, ενώ διαθέτουν εμφανώς ανθρώπινη συνείδηση, πλούσια συναισθήματα και ικανότητα λόγου, έπρεπε να διαφέρουν μόνο ελάχιστα από τους πιθήκους; Και πώς δικαιολογείται ένα τόσο διαδεδομένο, αν και εξόφθαλμα εσφαλμένο, «επιστημονικό» συμπέρασμα;

Πολύ απλά, τον 19ο αιώνα, εποχή που πραγματοποιούνται αυτές οι ανατομικές έρευνες, οι φυλές των νέγρων θεωρούνταν, τόσο ως προς την εξωτερική τους εμφάνιση όσο και ως προς την ατομική ή την κοινωνική τους συμπεριφορά, το ακριβώς αντίθετο του κυρίαρχου λευκού ανθρώπου. Συνεπώς, ελάχιστα μόνο διέφεραν από τα «άγρια κτήνη».

Το δυστύχημα είναι ότι και στην εποχή μας, παρά την τεράστια πρόοδο των γνώσεών μας για την ποικιλομορφία του ανθρώπινου είδους, δεν έχουν καθόλου εξαλειφθεί παρόμοιες ρατσιστικές προκαταλήψεις και εθνοκεντρικές ιδεοληψίες. Αντίθετα, φαίνεται πως έχει επιστρέψει στη μόδα και προπαγανδίζεται συστηματικά μια επιστημονικά ανανεωμένη έννοια της ανθρώπινης «φυλής».

Σήμερα, όλοι οι ειδικοί θεωρούν δεδομένο ότι, παρά την ποικιλομορφία τους, όλα τα ανθρώπινα όντα ανήκουν σε ένα και μοναδικό ανθρώπινο είδος. Αποψη απολύτως επιβεβαιωμένη, η οποία ωστόσο, επί πολλούς αιώνες, ήταν κάθε άλλο παρά προφανής: μέχρι πρόσφατα οι περισσότεροι ειδικοί ήταν πεπεισμένοι ότι οι λευκοί άνθρωποι έχουν διαφορετική καταγωγή από τους νέγρους της Αφρικής και συνεπώς ότι ανήκουν σε διαφορετικά βιολογικά είδη.

Μήπως δεν είναι αλήθεια, υποστήριζαν, ότι οι άνθρωποι διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους σε ό,τι αφορά τα ανατομικά χαρακτηριστικά τους: στο χρώμα του δέρματος, στο ύψος, στα μαλλιά, τα μάτια και στις ποικίλες κρανιοσκοπικές μετρήσεις; Κανείς δεν θα συνέχεε ποτέ έναν Εσκιμώο με έναν Αφρικανό, έναν Κινέζο με έναν Ευρωπαίο!

Εύκολα λοιπόν θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τους ανθρώπους σε διαφορετικές μεταξύ τους ομάδες, με βάση ορισμένα ιδιαίτερα εξωτερικά χαρακτηριστικά, κοινά στην κάθε ομάδα. Στη θεωρία, φαίνεται μάλλον λογικό και ίσως αρκετά απλό να ταξινομούμε τους ανθρώπινους πληθυσμούς σε διαφορετικές «φυλές». Οι πραγματικές δυσκολίες αρχίζουν μόλις αναγκαστούμε να προσδιορίσουμε τα ταξινομικά μας κριτήρια, δηλαδή βάσει ποιων συγκεκριμένων και μοναδικών χαρακτηριστικών επιβάλλεται να χωρίζουμε το ανθρώπινο είδος σε επιμέρους ανθρώπινες φυλές.

Πράγματι, μόλις ταξινομήσουμε τους ανθρώπινους πληθυσμούς σε διαφορετικές φυλές, σχεδόν αυτόματα διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές και στο εσωτερικό τής κάθε μεμονωμένης φυλής. Για παράδειγμα, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των λευκών Ευρωπαίων διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το αν είναι Βόρειοι ή Μεσογειακοί, και το ίδιο ακριβώς ισχύει για τους Ασιάτες ή τους Αφρικανούς. Και το χειρότερο, εμφανείς «φυλετικές» διαφορές παρατηρούνται ακόμη και στο εσωτερικό της κάθε μεμονωμένης ανθρώπινης φυλής που ζει στην ίδια γεωγραφική περιοχή!

Από την ανατομία στα γονίδια

Από τη εποχή που ο Πλάτων στον «Θεαίτητο» χώρισε τους ανθρώπους σε Αθηναίους και Βαρβάρους μέχρι τα πιο πρόσφατα ταξινομικά συστήματα, οι ειδικοί δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε έναν κοινά αποδεκτό ορισμό τού τι πρέπει να θεωρείται ανθρώπινη «φυλή», και με ποια ασφαλή κριτήρια -βιολογικά, ιστορικά ή ανθρωπολογικά- μπορούμε να την προσδιορίσουμε.

Μήπως τελικά ένας ακριβής ορισμός της ανθρώπινης φυλής είναι πρακτικά ανέφικτος επειδή η ίδια η «φυλή» ως επιστημονική κατηγορία είναι ανυπόστατη;

Στη βιολογία, πάντως, ως «φυλή» ορίζεται η ομάδα ή ο πληθυσμός των ζώων που, ενώ ανήκουν στο ίδιο είδος, παρουσιάζουν ορισμένα διακριτά βιολογικά χαρακτηριστικά (φυλή = υποείδος). Και το γεγονός ότι επί αιώνες οι επιστήμονες δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε μία κοινά αποδεκτή και ασφαλή ταξινόμηση των ανθρώπινων πληθυσμών ίσως, στην πραγματικότητα, να οφείλεται στην ανυπαρξία διακριτών «φυλών» μέσα στο ανθρώπινο είδος.

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα οι ειδικοί άρχισαν να προσφεύγουν ολοένα και πιο συχνά στη συγκριτική και στατιστική ανάλυση του ανθρώπινου DNA θεωρώντας ότι, σε τελευταία ανάλυση, τα γονίδια είναι υπεύθυνα για τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.

Μία από τις πιο συστηματικές μελέτες πραγματοποιήθηκε από τον Ρίτσαρντ Λιούοντιν (R. Lewontin), τον διάσημο γενετιστή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Αυτός ο προοδευτικός και ιδιοφυής ερευνητής κατάφερε, κατά τη δεκαετία του 1970, να επινοήσει μια αποτελεσματική μέθοδο ακριβούς συσχέτισης της ανθρώπινης ποικιλομορφίας με τα γονίδιά μας. Κατάφερε δηλαδή να συσχετίσει και να αναλύσει γενετικά τις διαφορές μεταξύ ανθρώπινων φυλών.

Το εντυπωσιακό συμπέρασμα των πρωτοποριακών ερευνών του (οι οποίες επιβεβαιώθηκαν μετέπειτα και από πολλές άλλες σχετικές έρευνες) ήταν ότι η γενετική ποικιλομορφία μεταξύ διαφορετικών και γεωγραφικά απομονωμένων πληθυσμών είναι ελάχιστη, ενώ η γενετική ποικιλότητα μεταξύ ατόμων του ίδιου πληθυσμού είναι αναλογικά πολύ μεγαλύτερη!

Πιο πρόσφατες έρευνες στατιστικής και γεωγραφικής γενετικής, όπως αυτές του Λ.Κ. Σφόρτσα (L.C. Sforza) και των μαθητών του, επιβεβαίωσαν ότι οι διαφοροποιήσεις στη γενετική και ανατομική ποικιλομορφία δεν συμβαίνουν σε γεωγραφικά προκαθορισμένα «πακέτα», δηλαδή σε διαφορετικές φυλές του ανθρώπινου πληθυσμού: περίπου οι ίδιες γονιδιακές παραλλαγές εμφανίζονται σταθερά κατανεμημένες σε όλους τους υπάρχοντες ανθρώπινους πληθυσμούς που ζουν σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη μας.

Από γενετικής τουλάχιστον απόψεως, όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι (ευτυχώς!)· ενώ, από πολιτικής ή ηθικής απόψεως, θα έπρεπε προφανώς να θεωρούνται όλοι ίσοι. Το γεγονός αυτό, η απίστευτη δηλαδή γενετική και μορφολογική ποικιλομορφία του ανθρώπινου είδους, δεν εξηγείται ούτε με απλοϊκά επιστημονικά ούτε με ύποπτα κοινωνικά ιδεολογήματα, όπως είναι οι ανθρώπινες «φυλές».

Αν λοιπόν πρέπει κάπου να αναζητήσουμε τις «ανθρώπινες φυλές» είναι μάλλον στις δυτικές κοινωνίες της ανισότητας και στη ρατσιστική νοοτροπία, με την οποία επιχειρείται η νομιμοποίηση των ανισοτήτων, και όχι βέβαια στη βιολογία μας.

Το επόμενο Σάββατο η συνέχεια του άρθρου για το ρατσισμό και τη διαχείριση της ανθρώπινης φύσης.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου