Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

KIKH ΔΗΜΟΥΛΑ, ΠΟΙΚΙΛΟ ΥΛΙΚΟ

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Βασικά βιογραφικά στοιχεία : Σχολικό βιβλίο σσ. 93-4
Επίσης:
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ - ΜΕΛΟΥΣ
Επώνυμο: ΔΗΜΟΥΛΑ
Όνομα: ΚΙΚΗ
Κατηγορία : Ποίηση
Ημ/νία Γεννήσεως: 1931
Τόπος Γέννησης: Αθήνα
Καταγωγή: Καλαμάτα

Επαγγ. Σταδιοδρομία: Υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος

Τιμητικές (και άλλες) διακρίσεις: 1971 Β΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης (για ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ)
1988 Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης (για το ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ)
1994 Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη από την Ακαδημία Αθηνών (για ΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ)
2001 Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών.
Στις 28/2/02 εξελέγην Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών για την Έδρα "Λογοτεχνία-Ποίηση"

Ξένες Γλώσσες: Αγγλικά

Διεύθυνση: Πυθίας 26, 113 64 Αθήνα

Εργογραφία:
Α. Ποίηση

Ποιήματα, Αθήνα, 1952
Έρεβος, Αθήνα, 1956, Β΄εκδ. Στιγμή, 1990
Ερήμην, Αθήνα, 1958, Β΄εκδ. Στιγμή, 1990
Επί τα ίχνη, Φέξης, 1963, Β΄εκδ. Στιγμή, 1989
Το λίγο του κόσμου, Αθήνα, 1971, Β΄έκδ. Νεφέλη, 1983, Γ΄εκδ. Στιγμή, 1990
Το Τελευταίο Σώμα μου, Κείμενα 1981, Β΄εκδ. Στιγμή, 1989
Χαίρε ποτέ, Στιγμή, 1988 (Γ΄εκδ.)
Η εφηβεία της Λήθης, Στιγμή, 1996 (Γ΄εκδ.) ISBN 960-269-143-3
Eνός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1999 (Β΄ έκδοση) ISBN 960-7721-37-3
Συγκεντρωτικός Τόμος, Ίκαρος 1998, ISBN 960-7721-36-5
Ήχος απομακρύνσεων, Ίκαρος 2001, ISBN 960-7721-66-7

Β. Μεταφράσεις έργων της σε ξένες γλώσσες

Ανθολογία ποιημάτων (από το Χαίρε Ποτέ και την Εφηβεία της Λήθης) Μτφρ. David Gonolly, Ed. Nostos, ΗΠΑ.
Ποιήματα (από Το Τελευταίο Σώμα μου) Μτφρ. M. Volcovitch, ed. Cahers Grecs.
Ανθολογία ποιημάτων (από Το λίγο του κόσμου και από άλλες συλλογές). Μτφρ. Martine Plateau, Ed. Orphee-La Difference.
Ανθολογία ποιημάτων από όλες τις συλλογές έως και την Εφηβεία της Λήθης (Μετάφραση υπό Ηaekan Edgren, εκδ. οίκος Ellerwtroems - Σουηδία.
Στα σουηδικά επίσης μεταφράστηκε η Εφηβεία της Λήθης υπό του Ingemar Rhedin - Εκδόσεις AXION Edition.
Ανθολογία από 31 ποιήματα απ’όλες τις συλλογές, μετάφραση Νίνας Αγγελίδη και Carlos Spinedi - ισπανικά - εκδ. Nuevohacer-Grupo Editor Latinoamericano.



Βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποιήτριας (από το σχολικό βιβλίο, το
βιβλίο του καθηγητή, από άρθρα, μελέτες και την ενισχυτική βιβλιογραφία)

«Ανήκει σε γενιά ποιητών με τραυματικές εμπειρίες», σε κλίμα αβεβαιότητας και κατάρρευσης αξιών(Κατοχή, Εμφύλιος, Διχασμός, Δικτατορία)
Αρνείται την ταύτισης- με ακραίους πολιτικούς πόλους, αν και διώχθηκε από τη Χούντα, κατακτώντας μια καθάρια και αυτόνομη φωνή έκφρασης
Βίωσε το διχασμό ανάμεσα στον πεζό βιοπορισμό (τραπεζική υπάλληλος) και στην αναζήτηση της αληθινής ζωής. Δυσκολία επικοινωνίας.
Ποίηση στέρησης, ανεκπλήρωτων και ακυρωμένων επιθυμιών, συναισθηματικής ματαίωσης και απώλειας
Επικοινωνία και εν μέρει αναπλήρωση της απώλειας μέσω της ποιητικής επικοινωνίας με ένα ποιητικό «εσύ»
Ποίηση καθημερινών, κοινών πανανθρώπινων βιωμάτων που αποκτούν ποιητική και φιλοσοφική διάσταση
Ανάγωγη «γυναικείας καθημερινότητας» στη σφαίρα της «αυθεντικής ποίησης»
Το καθημερινό ασήμαντο ερέθισμα, μέσα από το μεγεθυντικό φακό της ποιητικής «πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας» γίνεται «λυρική αφαίρεση»
Απέχθεια προς το συναισθηματισμό , τη μεγαλοστομία και τη γλυκερότητα
Το ποιητικό εγώ «ακίνητο» ενώ τριγύρω του, στο συμβολικό χώρο τη  ποίησης, άψυχα αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες συνεχώς κινούνται, πάσχουν και ενεργούν σαν αληθινά πρόσωπα. Η Κ.Δ. συνομιλεί με τις έννοιες, τις προσωποποιεί
Εμμονή με τα βασικά μοτίβα του έρωτα, της μοναξιάς, της φθοράς, του χρόνου, της ματαιότητας, της απώλειας, της απουσίας, του θανάτου (έχασε τον αγαπημένο της σύζυγο Άθω), των ονείρων, της λήθης και της μνήμης. Κυριαρχεί σε πολλά της ποιήματα μια αίσθηση τραγικότητας.  Ιδιαίτερα, το μοτίβο του χρόνου στην ποίηση της Κ.Δ. προσγειώνει τους ανθρώπους απότομα στην ωμή ρεαλιστική πραγματικότητα, στο τελεσίδικο, στο βίαιο, στο ανεπίστρεπτο του χρόνου που περνά, οδηγώντας νομοτελειακά στην κοινή μοίρα όλων, το θάνατο
Ευρηματική λεξιπλασία, «παιχνίδι» με το μοτίβο της αντίθεσης και τους γραμματικοσυντακτικούς κανόνες. Επιδιώκει την αμφισημία ακόμη και την κρυπτικότητα και την πυκνότητα
Ανατρέπει τη συμβατική αντίληψη για τη γλώσσα, ξεθεμελιώνει τις κοινές ερμηνείες των λέξεων, κατασκευάζει λεκτικά παίγνια, γράφει σε απλή καθημερινή γλώσσα αλά με ανατρεπτική και αντισυμβατική διάθεση. Λιτότητα λόγου
Έντονοι υπαρξιακοί προβληματισμοί και αγωνία. Εξομολογητική χαμηλόφωνη διάθεση
Αναζητεί να υποστασιοποιήσει τη διαλεκτική ανάμεσα στο ον και το μη ον (η  εμμονή με τις φωτογραφίες)



ΕΝΙΣΧΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Προσέξτε ιδιαίτερα τα σημεία με έντονα γράμματα (bold)

H K. Δημουλά και η ποίηση του μέσα χώρου
Tα θέματα, η τεχνική, τα μοτίβα και η γλώσσα της ποιήτριας στα πενήντα χρόνια της διαρκούς παρουσίας της
Tου Γιάννη Παπακώστα (1)
H Kική Δημουλά έχει πενήντα χρόνια διαρκούς παρουσίας στα Γράμματά μας. Όλα αυτά τα χρόνια παρατηρεί τον κόσμο, αισθάνεται και καταγράφει κάθε τι, όσο ασήμαντο και αν είναι, το οποίο αποκτά αξία και γίνεται σύμβολο για κάτι άλλο πίσω από τα φαινόμενα. Aυτό συμβαίνει, επειδή η ποιήτρια αντλεί το υλικό της «από τα αισθητά και τα μη αισθητά», όπως η ίδια είπε σε συνέντευξή της. Πιο απλά, όλα τα ανθρώπινα, είναι αντικείμενο της ποίησής της.
Tο έργο της μπορούμε να το χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες περιόδους. H πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τις συλλογές: «Ποιήματα» (1952), «Eρεβος» (1956), «Eρήμην» (1958) και «Eπί τα ίχνη» (1963), όπου διακρίνει κανείς την προσπάθειά της να βρει την τεχνική της, επιδιδόμενη σε παιχνίδια και λεκτικούς πειραματισμούς, χωρίς ωστόσο την πρόθεση της κατασκευής. Oντας μάλιστα γεμάτη πάθος για τη ζωή, μεταγράφει ποιητικά την καθημερινότητα, ενίοτε καταφεύγοντας στην αυτοειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό.
…H Δημουλά είναι γνωστή στο πλατύ κοινό. Tο μυστικό αυτής της επιτυχίας οφείλεται στην ιδιαιτερότητα της ποίησής της, που είναι βαθιά ανθρώπινη, γυναικεία, τρυφερή, πληγωμένη, πονεμένη. Aς προσθέσουμε εδώ ότι τελευταίως η ποίησή της έγινε και έντεχνο, μελοποιημένο τραγούδι. Σπάνια ίσως ποιητική φωνή εξέφρασε με τόση ειλικρίνεια, λιτότητα και αμεσότητα, τον ερωτικό πόνο, τη φθορά του χρόνου, την εγκατάλειψη, τη μοναξιά.
H Δημουλά έχει ένα δικό της τρόπο να μιλάει στον καθημερινό άνθρωπο. Kατεβαίνει να συναντήσει τον αναγνώστη της στο δρόμο, μπαίνει στο σπίτι του, και κυρίως η φωνή της απευθύνεται σε μιαν άλλη γυναίκα. Γιατί μιλάει σαν γυναίκα, αληθινή γυναίκα, και όχι σαν ηρωίδα, κατασκευασμένη στα εργαστήρια των θεών, των ηρώων ή των καλλονών. H μουσική της ποίησής της, το μελαγχολικό και ενίοτε θλιμμένο τραγούδι της φαντάζουν ως μακρινός απόηχος μιας άλλης γλυκιάς και ερωτικής γυναίκας, της Mαρίας Πολυδούρη. Aν εκείνη αναζητούσε και διεκδικούσε επίμονα, η Δημουλά χρησιμοποιεί οικειότερους τόνους. Δεν κυνηγάει μεγαλόστομες εκφράσεις, δεν κάνει υπερβολικές κινήσεις. Γι’ αυτό και την ακούει όλος ο κόσμος και, κυρίως, όλος ο γυναικείος κόσμος. Kαι όταν δεν λέει πολλά, και τότε ακόμη είναι σαν να μειδιά συνωμοτικά στον αναγνώστη της: «Ω εσύ, υποκριτή αναγνώστη, όμοιέ μου, αδελφέ μου» («hypocrite lecteur! – mosemblable, – mofrre»), που πάει να πει: «Eσύ, υποκριτή αναγνώστη, που με νιώθεις, ξέρεις και εσύ αυτό που και εγώ ξέρω». Eίναι ο τελευταίος στίχος από το ποίημα «Au lecteur» («Στον Aναγνώστη») της συλλογής «Tα Aνθη του Kακού» του Mποντλέρ. Tον έχει επίσης χρησιμοποιήσει και ο Eλιοτ. Kι αυτό που η ποιήτρια ξέρει, το ξέρουμε και όλοι εμείς που σημαίνει: ότι ο χρόνος κυλάει αμείλικτος, η φθορά είναι αναπόφευκτη, η μοναξιά θα έρθει σίγουρα, η ανία δεν αποφεύγεται, η λήθη είναι παμφάγο θηρίο, το τέλος έρχεται ούτως ή άλλως και ο κόσμος θα επιζήσει και χωρίς εμάς. Γι’ αυτό και θα χαρακτηρίζαμε την ποίησή της, ποίηση εσωτερικού χώρου. Όχι μόνο γιατί κινείται μέσα στο σπίτι, από το σαλόνι στην κουζίνα δηλαδή, αλλά γιατί, ακόμα και αν είναι έξω, η ποίησή της είναι ποίηση του μέσα χώρου, της ψυχής. Eίναι ο ίδιος της ο εαυτός, που τον παλεύει μέσα στα ποιήματά της και δεν του επιτρέπει καμιάν αυταπάτη.Aν τώρα ένα ποίημα εγκλωβίσει κι εμάς στο εσωτερικό ενός σπιτιού, η ποιήτρια αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει με μέσα λιτά. Kι όσο πιο λιτά, τόσο πιο σπαρακτικά. Γιατί, αν το βλέμμα πέσει πάνω σε μια φωτογραφία ή σε ένα κάδρο, μπορεί να αιχμαλωτιστεί στα σχοινιά του πλοίου μιας αναρτημένης υδατογραφίας και να αφήσει το παράπονο να εκφραστεί: γιατί να μην πνεύσουν οι άνεμοι, γιατί να αποκλειστεί η φυγή προς μια ανοιχτή θάλασσα;
Aπό την άλλη, ο αναγνώστης μπορεί να ξεκουραστεί σε έναν καναπέ, να στοχαστεί μέσα σε έναν καθρέφτη ή να μελαγχολήσει μπροστά στο κατακάθι ενός φλιτζανιού καφέ. Eνώ άλλοτε η ποιήτρια πάλι μπορεί να μας ξεναγήσει σε έναν αρχαιολογικό χώρο. Στους Δελφούς, π.χ., όπου μας κάνει μια λεπτομερή καταγραφή του εξωτερικού χώρου πλέον, με τα θραύσματα των μαρμάρων, μια ενδελεχή παρατήρηση των εκθεμάτων του μουσείου, ένα ζουμ στη λεπτομέρεια, όπως στα λουριά του ηνίοχου, στους σπασμένους τροχούς του άρματός του, στο μισό πόδι κάποιας κοπέλας, που έφυγε και δεν είναι πια εκεί, σε μια επιγραφή. Aκόμα μια περιήγηση στο θέατρο και, τέλος, μια στάση στην καντίνα του δρόμου για μια στιγμή αναψυχής, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Γας Oμφαλός». Kαι όλα αυτά συνθέτουν ένα πλήρως φθαρμένο κόσμο. Kαι όσο πιο φθαρμένος ο κόσμος, τόσο πιο φθαρμένη και η ανθρώπινη αντοχή. Ως προς το εγκεφαλικό παιχνίδι, οι πειραματισμοί, η ειρωνεία, η επιδίωξη της σπάνιας λέξης, οι νεολογισμοί, που είναι αναγνωρίσιμοι και δημιουργούν ευχάριστη έκπληξη στον αναγνώστη, αποτελούν τον ένα πόλο των τεχνικών της τρόπων, ενώ τον άλλον αποτελούν ο αυθόρμητος καθημερινός λόγος, η συνηθισμένη έκφραση.
Ένα στοιχείο με το οποίο η Δημουλά δίνει προεκτάσεις στο χρόνο, είναι ο πλούτος των γνώσεων που αντλεί από την παράδοση, από τα ήθη και έθιμα, από την αρχαιογνωσία, από τη μυθολογία, ακόμα και στη μοντέρνα τεχνολογία. Iσως εκεί οφείλεται και η ανταπόκρισή της στο μεγάλο κοινό. H ποιήτρια είναι τεχνίτρα του λόγου και επομένως είναι πολύ φυσικό να επικαλεστεί και να χρησιμοποιήσει τα όπλα της. O αυτοσαρκασμός, η αυτοειρωνεία, η αυτοϋπονόμευση θυμίζουν κάπως τον Kαρυωτάκη. Kάνει στίχο τα προβλήματά της και τα προβλήματα των ανθρώπων γενικά. Kάνει τα «πάθη της τραγούδια», όπως θα ’λεγε και ο Παπαδιαμάντης. Oμως, η μνήμη και η απώλεια, η λήθη που κατατρώγει τα πάντα σιγά σιγά, η υπαρξιακή αγωνία και η αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων, κάνουν την ποίησή της οδυνηρή: «η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς / έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά / τα είχε η ματαιότης».
Oι «λεκτικές απροσδοκίες» είναι ποιήματα που ταράζουν τα στάσιμα νερά της προσδοκίας. Tο μη αναμενόμενο, το απροσδόκητο, το απρόσμενο, το εκπληκτικό, το πρωτότυπο γίνεται φορέας ενός ενδιαφέροντος μηνύματος, σε μια υπερρεαλιστικής καταγωγής σύνθεση, όπου τα αταίριαστα και ετερόκλητα στοιχεία –λέξεις, έννοιες– έχουν ένα σημαντικό ρόλο στην ποίησή της. Tο κείμενο υπερβαίνει την τρέχουσα γλώσσα και λογική, σπάει τον γενικώς αποδεκτό κώδικα της καθημερινής επικοινωνίας. Aυτό βέβαια είναι συνηθισμένο φαινόμενο στη μοντέρνα ποίηση, και μια πληροφορία που δίνεται με τον τρόπο αυτόν, δηλαδή με την ανατροπή της λογικής, προκαλεί αυτό που οι υπερρεαλιστές αποκαλούσαν φυσικά φαινόμενα στο πνεύμα.
Tα αγάλματα
Eνα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο της ποίησης της Δημουλά είναι τα αγάλματα. Aγάλματα που στολίζουν δημόσιους χώρους ή βρίσκονται στα μουσεία. H ποιήτρια τα αντιμετωπίζει ως αφορμές για προβληματισμό ή νοσταλγία. Tα αγάλματα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: α) στα προσωποποιημένα αγάλματα (άνθρωποι ή θεοί), β) στα αγάλματα σύμβολα ή σύμβολα γυναικείων ρόλων και γ) στα διακοσμητικά αγάλματα. Mεγάλο ενδιαφέρον εδώ θα είχε μια συγκριτική μελέτη για το πώς βλέπουν τα αγάλματα οι άλλοι ποιητές. Aφήνουμε κατά μέρος τον Γιώργο Σεφέρη και τα δικά του αγάλματα και πάμε στον Γιώργη Παυλόπουλο, ο οποίος με το ποίημα «Tο άγαλμα και ο τεχνίτης» πραγματεύεται ένα παρόμοιο θέμα. Στο ποίημα του Παυλόπουλου, όταν κλείνει το μουσείο, η Δηιδάμεια κατεβαίνει από το αέτωμα και ο τεχνίτης αρχίζει να τη λαξεύει. H επιφαινόμενη ερωτική πάλη υποκρύπτει τον αγώνα κατάκτησης της τελειότητας. Στο ποίημα της Δημουλά ο Διόνυσος είναι εκείνος που προστρέχει ερωτικά προς την Kαρυάτιδα. Eίναι δηλαδή ακόμα μια γυναίκα που υφίσταται την ερωτική πρόκληση ενός άντρα. Δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε το γνωστό γλυπτό της Δήλου, στο οποίο η Aφροδίτη απειλεί με το σανδάλι τον ερωτύλο Πάνα.
H Kική Δημουλά συνεχίζει τη μακρά πορεία της ελληνικής ποίησης με ειλικρίνεια, με αίσθημα και ψυχή, με μια φωνή που μιλάει κατ’ ευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη. Tου αναγνώστη, ο οποίος στο «ποτέ» της συλλογής «Xαίρε ποτέ», απαντά: «Διαρκώς. Πάντοτε».
(1) O Γιάννης Παπακώστας είναι καθηγητής της Nέας Eλληνικής Φιλολογίας,Πανεπιστήμιο Πατρών.

Η Κική Δημουλά, η τρίτη «αθάνατη» γυναίκα, δηλώνει θνητή και ευάλωτη, σε μια άκρως εξομολογητική συνομιλία

«Η ποίηση αναπληρώνει αυτό που δεν μπορείς να ζήσεις»

Στην ΟΛΓΑ ΜΠΑΚΟΜΑΡΟΥ

Ανηφορίζοντας την οδό Πυθίας, στην Κυψέλη, για το σπίτι της Κικής Δημουλά, σκεφτόμουν ότι ο τιμητικός τίτλος που έλαβε από την Ακαδημία Αθηνών δεν είναι μεγαλύτερης αξίας και σημασίας από την τιμή που εκείνη, μπαίνοντας στις «τάξεις» της, τής έδωσε.


Με περιμένει στην κορυφή της μαρμάρινης σκάλας, με γελαστά τα μονίμως μελαγχολικά της μάτια και με οδηγεί στο αυστηρό σαλόνι. Τα βάζα με τα λουλούδια παντού γύρω γύρω -ευχές για την εκλογή της- είναι η δροσερή πολύχρωμη «επίθεση» της αγάπης σ' αυτή τη μοναχικότητα και την αυστηρότητα.
Όχι βέβαια γιατί είναι γυναίκα. Και όχι μόνο γιατί είναι μια πολύ μεγάλη ποιήτρια, που «καταθέτει ατόφιο χρυσάφι, σοφία μαστορική και λάβα λέξεων (...), που ξεπέρασε το όριο της κριτικής και μπήκε στην περιοχή του θαύματος», όπως έχει γράψει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος.

Αλλά και για τον τρόπο του «υπάρχειν» στη διαδρομή μιας σχεδόν 50χρονης παρουσίας στα Γράμματα και 70 χρόνων ζωής. Μακριά απ' όλων των ειδών τους «κύκλους», απτόητη απ' τις σειρήνες των «θορύβων», ασκητικά μοναχική μέσα στο μικρό μεγάλο της σύμπαν.



- Γίνατε «αθάνατη», λοιπόν...

«Η λέξη, ξέρετε, μου προκαλεί μια μελαγχολία, γιατί έχει ένα χιούμορ που είναι και ολίγον μαύρο βέβαια. Πώς "αθάνατη"; Τονισμός του "θνητή" είναι αυτό περισσότερο, παρά μια άλλη πραγματικότητα. Δεν νομίζω ότι τον φέρω αυτόν τον χαρακτηρισμό με πολλή άνεση, ούτε βέβαια και τον τίτλο ακόμα του ακαδημαϊκού, γιατί πρέπει πρώτα να τον πιστέψω. Εγώ δεν είμαι εύπιστη ούτε στα πράγματα που συμβαίνουν. Άλλωστε, δεν ήταν τόσο αγωνιώδης στόχος μου αυτό, ούτε εκφράζει την άπληστη πλευρά μιας φιλοδοξίας».

- Όμως βάλατε υποψηφιότητα.

«Έβαλα, πρώτον βέβαια, για λόγους που δεν ομολογούνται. Και μετά: Ίσως για να ικανοποιήσω μια καθυστερημένη φιλομάθεια. Ίσως για να βρω μια ειρηνικότερη και επομένως ασφαλέστερη στέγη για το μετέωρο και ευάλωτο είδος του λόγου που υπηρετώ. Ίσως ακόμα με την ελπίδα ότι αυτό το είδος αποδειχτεί ευρύτερα και σταθερότερα χρήσιμο από όσο ασταθώς χρησιμεύει σε μένα. Ενδεχομένως να νοστάλγησα και την πειθαρχία. Να νοστάλγησα την περικοπή του ελεύθερου χρόνου, που σε μένα τουλάχιστον προσφέρει αρκετήν αταξία. Επεδίωξα έτσι την προσχώρηση στην Τάξη· των Γραμμάτων τώρα».

- Προσκομίζοντας τι;



«Για το μόνο που είμαι βεβαία ότι έχω, είναι ένα ήθος. Δεν ξέρω όμως, αν αυτό αρκεί στην Ακαδημία. Γιατί το διαθέτει πιστεύω. Δεν γνωρίζω περισσότερα. Το βέβαιον είναι ότι αυτός ο επιβλητικός χώρος μού προκαλεί ένα δέος».

- Είναι επίσης ένας χώρος συντηρητικός στη συνείδηση των πολιτών, αδιάφορος και απών ως πνευματικό ίδρυμα, σε εποχές ζοφερές για τον τόπο.

«Οι ακαδημαϊκοί είναι Έλληνες. Δεν έχω καμιά διάθεση να θεωρήσω ότι υπήρξε εσκεμμένη αδιαφορία στα μεγάλα θέματα. Έχω όμως μια διάθεση να βρω ελαφρυντικά, που αυτή τη στιγμή δεν μου είναι πρόχειρα. Ούτε εγώ πήρα ενεργό θέση στο θέμα, ας πούμε, της δικτατορίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήμουν αδιάφορη, ότι δεν υπέφερα μέσα μου. Θα μου πείτε, εγώ ήμουνα μια μονάδα, ένα ασήμαντο πρόσωπο, το οποίο δεν μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο...».

- Εγώ δεν θα σας το πω αυτό, κυρία Δημουλά.

«Δεν παραδέχεστε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι αγωνιστικοί; Φυσικά, δεν χρησιμεύουν αυτοί οι άνθρωποι στην ανθρωπότητα, ούτε συζήτηση. Αλλά ας μην τους αποκλείσουμε κι από αυτό το άχρηστο ακόμα τού να συνυποφέρουν. Είναι και θέμα μιας κατασκευής το να μπορεί κανείς να βγει στους δρόμους να φωνάξει, είναι και θέμα μιας δειλίας πολύ μεγάλης, ιδίως για ανθρώπους που έχουν οικογένεια. Εγώ, στην Τράπεζα της Ελλάδος όπου δούλεψα, υπέστην μία δίωξη τρομακτική επί δικτατορίας».

- Για ποιον λόγο;

«Πραγματικά χωρίς λόγο. Επειδή ήμουν στο περιοδικό της τράπεζας "Κύκλος", το οποίο θεωρήθηκε ως αναρχοκομμουνιστικό. Ούτε κομμουνίστρια ήμουν όμως, ούτε μη κομμουνίστρια. Ήμουν απλά ένας άνθρωπος που αγαπάει πάρα πολύ την ελευθερία και τη δημοκρατία.


 Δεν έκανα όμως τίποτα εναντίον της χούντας, γιατί είχα οικογένεια, παιδιά, όλα αυτά τα κακομοίρικα, αν θέλετε. Αλλά και δεν πούλησα ποτέ ηρωισμό, όπως έκαναν άλλοι».

«Προτιμώ να φταίω»

- Είναι ένα «φαινόμενο» της μεταχουντικής περιόδου και του δημόσιου βίου μας η εξαργύρωση αντιστασιακών, αληθινών ή ψεύτικων, περγαμηνών. Τι έχετε να πείτε πάνω σ' αυτό;

«Τι να πω; Να χαρακτηρίσω τώρα την ανθρωπότητα "παπατζή" που αρπάζει τις ευκαιρίες; Δεν είναι άγνωστο φαινόμενο αυτό, συμβαίνει αιώνες. Όλοι, ως ένα βαθμό, επωφελούμεθα. Ακόμα και τα χαρίσματά μας όταν ασκούμε, πάλι ένα μέσον βάζουμε για να κερδίσουμε κάτι. Ακόμα και το να θέλει κανείς να είναι ποιητής, είναι μια φιλοδοξία από την οποία κάτι προσδοκά. Μα και η δόξα δεν είναι μικρό ούτε και τόσο ηθικό κέρδος».

- Εσείς είστε φιλόδοξη;

«Ασφαλώς, δεν υπάρχει περίπτωση να μην είμαι φιλόδοξη. Διότι αλλιώς δεν θα προσπαθούσα ούτε να κάνω το καλύτερο. Προσπαθώ, λοιπόν, αλλά δεν κάνω τίποτα λερό για να ικανοποιήσω αυτή τη φιλοδοξία».

- Είναι δύσκολο να κάνει «λερά» πράγματα για να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του ένας ποιητής;

«Το να μυθοποιούμε τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, το να τους θεωρούμε θεούς, είναι λάθος, οδηγούμαστε σε μια πλάνη. "Θεός" είναι κάποιος μόνο κατά εκείνο το κομματάκι και κατά τη στιγμή που ασκεί το χάρισμα που τού δόθηκε. Κατά τα άλλα, είναι ένας κοινός άνθρωπος, με όλες τις αδυναμίες και τα κακά του κόσμου μέσα του. Εγώ δεν μπορώ να δεχτώ καθαρόν άνθρωπο κανένα. Ακόμα και οι μύχιες σκέψεις του, κι αυτές που δεν τις γνωρίζει, μπορεί να απεργάζονται τον κακό εαυτό του. Τώρα, αν το καθαρό έχει φοβίσει επαρκώς το λερό και κάθεται και σιωπά, είναι μια άλλη ιστορία. Χρήσιμη εν τέλει».

- Εσείς το έχετε φοβίσει επαρκώς το «λερό» σας;

«Πιστεύω ότι το έχω ναρκώσει. 'Η του αφαιρώ τα περιθώρια δράσης με τη μάλλον ασκητική ζωή μου».

- Δίνετε, πράγματι, την εντύπωση ενός μοναχικού κι απόμακρου ανθρώπου.

«Έτσι είμαι. Όμως αυτό μπορεί κάλλιστα να οφείλεται σε μια δειλία, ότι δεν έχω όπλα ν' αντιμετωπίσω έναν άνθρωπο τον οποίο δεν γνωρίζω ποιος είναι. Δεν μπορώ, ας πούμε, να δω κάποιον να θυμώνει εξαιτίας μου. Θυμάμαι τη μητέρα μου όταν έκανα κάτι που δεν της άρεσε και είχε το πρόσωπο κατεβασμένο επί πέντε ημέρες. Εμένα αυτό μου ήταν αφόρητο. Ήμουν πρόθυμη να ζητήσω συγγνώμη για να μη βλέπω αυτό το ύφος».

- Αυτό κάνετε ακόμη;

«Ναι, προτιμώ να φταίω, παρά να μου φταίνε. Ίσως, με αυτή μου την προτίμηση, να τροφοδοτείται και το αρχετυπικό αίτημα της ενοχικότητας. Παρά ταύτα, αγαπάω πολύ τον κόσμο, σαν να έχω επαφή και επικοινωνία μαζί του, τον αγαπάω μέσα απ' τα δικά μου προβλήματα. Εγώ πιστεύω ότι η ποίηση αναπληρώνει αυτό που δεν μπορείς να ζήσεις».

«Δεν είμαι διεκδικητική»

- Τι δεν μπορέσατε να ζήσετε εσείς;

«Αυτήν την κοινωνικότητα, για παράδειγμα. Πολλά πράγματα, διότι δεν μπορώ να είμαι διεκδικητική. Ούτε και ήμουν ποτέ. Δεν τόλμησα, ας πούμε, και κακίζω τον εαυτό μου γι' αυτό, να επιβάλω στους γονείς μου να καλλιεργήσω την πολύ ωραία φωνή που είχα και να γίνω ελαφριά τραγουδίστρια, όπως ονειρευόμουν. Δεν επέμεινα να μάθω πιάνο, που τρελαινόμουν - σκεφτείτε, βλέπω σήμερα άνθρωπο να παίζει πιάνο, τον πιο άσχημο άνθρωπο να παίζει το χειρότερο πιάνο, και εξωραΐζεται η μορφή του και παραληρώ. Δεν μπόρεσα ακόμα να κατανικήσω, αντιθέτως όσο πάει και εντείνεται, ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα, μια ευγένεια που έχω, η οποία δεν νομίζω ότι εκλαμβάνεται σωστά».

- Είναι ελάττωμα η ευγένεια;

«Έχει μια συγγένεια τρομακτική αυτή η ευγένεια με την ηττοπάθεια. Περισσότερο μοιάζει με ηττοπάθεια, γιατί βέβαια έχει κοινά χαρακτηριστικά και με τη δειλία. Ένας άνθρωπος που είναι συνεχώς ευγενής, δεν νομίζω ότι ασκεί οπωσδήποτε καθαρά αυτή την αρετή. Μπορεί και να φοβάται να είναι αγενής, διότι το να είσαι αγενής θέλει και μια γενναιότητα. Σημαίνει ότι είσαι πρόθυμος ν' αντιμετωπίσεις τις συνέπειες της αγένειάς σου».

- Δέχεστε για τον εαυτό σας κάποιο ίχνος ή μορφή υστεροβουλίας;

«Όχι, δεν είμαι αναιδής, απλώς· τώρα, εάν μου το είπε η μητέρα μου αυτό ή άλλα είναι τα βαθύτερα αίτια, δεν το ξέρω. Διότι κάποια οικονομία θα εξυπηρετώ φτιαγμένη έτσι όπως είμαι, ένας άλλος άνθρωπος θα είναι το αντίθετό μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι περισσεύω σ' αυτό τον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι έναν άνθρωπο που έχει πάρει τη λεζάντα, την επιγραφή του ευγενούς, οι άλλοι δεν τον φοβούνται. Και δεν ξέρω έτσι πόσο σκούρα θα τα βρει στη ζωή του. Εγώ τα έχω βρει πολλές φορές».

- Θα θέλατε να σας φοβούνται;

«Θα ήθελα λίγο να με λογαριάζουν. Έπειτα, εγώ έχω αυτή τη μανία να κρατάω συνεχώς μια φωτογραφική μηχανή και να ανανεώνω τη συλλογή φωτογραφιών που βγάζω στις αδυναμίες μου και στις ατέλειές μου. Είναι φοβερό αυτό. Κι αυτές τις φωτογραφίες σαν να τις έχω μαζί μου και να τις επιδεικνύω σε όποιον άνθρωπο με γνωρίσει, ώστε να μη σχηματίσει καμιά εσφαλμένη εντύπωση για μένα. Τώρα, γιατί το κάνω αυτό, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται να μάθει τι είμαι ακριβώς, δεν ξέρω».

- Νομίζω ότι πολλοί αναζητούν και θα ήθελαν μιαν εξήγηση της βαθιάς μελαγχολίας που αναδίνει η φωτογραφία...

«Πρώτα πρώτα, δεν είχα πολύ χαρούμενα παιδικά χρόνια, με την έννοια ότι και το περιβάλλον μου δεν ήταν εύθυμο. Ήταν άνθρωποι κάπως βαρύθυμοι. Αν αυτό το αντέγραψα ή το κληρονόμησα, αν απορρόφησα την ατμόσφαιρα και τη φέρω εφ' όρου ζωής, δεν το ξέρω. Αλλά νομίζω ότι μπορώ να υποστηρίξω απλούστερα αυτό το θέμα. Με πλήττει θανάσιμα η ιδέα ότι είμαστε θνητοί παρά αθάνατοι. Και, παράλληλα, μ' αφήνει αποσβολωμένη το μέγα θαύμα, ότι αυτή τη μοίρα μας φαίνεται να τη λησμονάμε».

- Θα θέλατε πραγματικά να ήμασταν αθάνατοι;

«Ναι, πολύ. Χωρίς να σκέπτομαι πόσο ανόητο ενδεχομένως είναι αυτό. Πάντως, αυτό το άγνωστο σκουληκιασμένο πράγμα δεν το θέλω, έστω κι αν υπάρχει πιθανότητα να είμαι ένα καλό λίπασμα για τις επόμενες γενιές. Γι' αυτό είχα σκεφτεί πάρα πολλές φορές την καλύτερη λύση τουλάχιστον της καύσης. Το να φύγει κανείς μέσα σε μια πυρά τέτοια, είναι και μια δικαίωση της προηγούμενης πύρινης ζωής μας».

«Μ' ενοχλούν τα γηρατειά»

- Πύρινης, με ποια έννοια;

«Με την έννοια του πάθους για τη ζωή, για την ομορφιά. Όλα είναι μια φλόγα, καιγόμαστε επί μια ζωή και με μικρά και με μεγάλα, νομίζω ότι και τα μικρά πράγματα ακόμη, φωτιές καλλιεργούν μέσα μας. Γι' αυτό με ενοχλούν πάρα πολύ τα γηρατειά. Δεν θέλω να κατηγορήσω τη φύση, την οποία αγαπώ γιατί της ανήκω και έχει βέβαια κι αυτή κάθε δικαίωμα να έχει κάνει μεγάλες παραλείψεις, αλλά νομίζω ότι το λάθος της ήταν τα γηρατειά. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι παρέλειψε να έχει την εικόνα του γέροντα, έπρεπε να έχει, όταν μας έπλαθε, την εικόνα τού πώς είναι η φθορά. Διότι για το αντίθετο, ή ελλιπή εξυπνάδα πρέπει να της αποδώσω ή χαιρεκακία».

- Ο Άθως Δημουλάς πώς πέρασε απ' τη ζωή σας; Γιατί υπάρχει ο, αδιευκρίνιστος ακόμα για πολλούς, «μύθος» της βαριάς σκιάς του επάνω σας.

«Αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος. Αντιθέτως, μου έδωσε την πολύ δύσκολη έγκρισή του στα πράγματα που με βοήθησαν να ζήσω και μετά τον θάνατό του. Εκείνος ήταν ο ελέγχων τις ποιότητές μου, πάνω στο θέμα της ποιήσεως τουλάχιστον. Φεύγοντας, μου άφησε τις τελειότητές του. Οι ατέλειες ξεχάστηκαν. Και την ποίηση, βεβαίως, όπου είχα πλέον μπει σαν σε καταφύγιο. Εκείνος με ωθούσε συνεχώς προς τα εκεί, διότι εγώ ήμουν ένας άνθρωπος τεμπέλης από τη φύση μου».

- Πραγματικά, η ποίηση σάς βοηθάει να ζήσετε από δω και πέρα;

«Μα μόνο γι' αυτό ζω, και για τα παιδιά μου βεβαίως. Αλλά αυτό είναι το ισόβιο σπίτι μου, η ισόβια στέγη μου».

- Τι είναι ένα ποίημα για σας;

«Πρώτα πρώτα, είναι μια συνάντησή μου με λέξεις που έχουν καθαρά βασανιστικές προθέσεις απέναντί μου. Μου αντιστέκονται και πρέπει να κάνω μεγάλες διαπραγματεύσεις μαζί τους. Αυτή είναι μια διαδικασία επίπονη και ηδονική. Είναι ένα παζάρι ήχων, ένα παζάρι λέξεων. Προσέχω ποια θα μου τη φέρει, γιατί είναι πάρα πολύ ύπουλες. Δεν καταφέρνω πάντα ν' αποφεύγω τις ακατάλληλες. Είναι περίεργο, πώς ενώ είμαι τόσο καχύποπτη απέναντί τους, εν τούτοις με ξεγελούν πάρα πολύ. Κι αυτό φαίνεται στο αποτέλεσμα του μέτριου ή του κακού ποιήματος».

- Ποιο είναι το μεγάλο ποίημα;



«Ερίζουν περί αυτό οι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους κρίσεις. Όπου, κατά έναν τρόπο, δικαιώνεται η άποψη ότι η τέχνη είναι θέμα υποκειμενικό. Απόδειξη, ότι μια ποιητική συλλογή ή ένα ποίημα που αρέσει στον έναν, δεν αρέσει στον άλλον, παρά το ότι και οι δύο διαθέτουν έναν καλό εξοπλισμό αντικειμενικών κριτηρίων. Επομένως, λίγο-πολύ, είναι όλα στον αέρα, ένας παιγνιδιώδης μετεωρισμός».

«Η ποίηση δεν είναι αλεξίσφαιρο»

- Μπορεί η ποίηση να βοηθήσει τον άνθρωπο σήμερα;

«Εσείς, επί αιώνες που γράφεται η ποίηση, είδατε να έχει βοηθήσει σε τίποτα; Αν τώρα κάποιος, την ώρα που διαβάζει ένα ποίημα, μπορεί να πει "αυτό ακριβώς νιώθω κι εγώ" κι αν υποθέσουμε ότι αυτό τον βοηθάει, αυτή η βοήθεια είναι για πέντε λεπτά. Γιατί τα επόμενα πέντε, περιμένει η ζωή απέξω με το ντουφέκι της και με τους πυροβολισμούς της. Και η ποίηση δεν μπορεί να προκαλέσει αφλογιστίες. Ούτε αλεξίσφαιρο είναι η ποίηση».

- Ούτε ο λόγος, δηλαδή η παρέμβαση του ποιητή μπορεί να βοηθήσει; Διότι καταλογίζεται στους πνευματικούς ανθρώπους ένα έλλειμμα παρουσίας στα μεγάλα προβλήματα, είτε της χώρας τους είτε της ανθρωπότητας.

«Η μόνη δυνατή δράση για τα στραβά και τρομερά πράγματα που γίνονται στον κόσμο είναι να πονάμε, όσοι τέλος πάντων μπορούμε να εκπλησσόμεθα γι' αυτά και να πονάμε. Δεν είναι ένας ποιητής παραπάνω από έναν άνθρωπο που υποφέρει. Ούτε μπορεί να αλλάξει τίποτα με το να βγει και να μιλήσει δημοσία, να πάρει θέση, όποιο κύρος κι αν έχει».

- Βγήκε και μίλησε ο Σεφέρης...

«Ασφαλώς, και ήταν πάρα πολύ ωραίο για τη φήμη του Σεφέρη αυτό. Αλλά δεν νομίζω ότι ανέτρεψε τη χούντα η κουβέντα του Σεφέρη. Άλλες, άγνωστες βουλές του Κυρίου, έπαιξαν το ρόλο τους».

- Εσείς τον σύγχρονο κόσμο πώς τον βλέπετε;

«Ποικίλο και διαταραγμένον. Είναι οι ευνοημένοι, είναι οι άτυχοι, είναι οι πεινασμένοι, είναι εκείνες οι φυλές, όπως στην Αφρική, που φαίνεται η φύση το θέλησε να πεθαίνουν από την πείνα, σαν να τους γέννησε μια αφιλόστοργη μοίρα. Διότι εγώ πιστεύω ότι, όπως κάθε άνθρωπος, έτσι και κάθε λαός διέπεται από ένα πεπρωμένο.

- Η μοίρα φταίει για την τραγωδία των Διδύμων Πύργων, για τις συνεχιζόμενες τραγωδίες στο Αφγανιστάν και στη Μέση Ανατολή, για τον πολυπρόσωπο τρόμο που όλοι πλέον αισθανόμαστε να μας απειλεί;

«Μου ζητάτε τώρα να ζωγραφίσω έναν χάρτη τραγωδιών που συμβαίνουν ή μας απειλούν, χρησιμοποιώντας ως υλικό απίστευτη σπατάλη αίματος. Με τρομοκρατεί αυτό το εγχείρημα. Με τρομοκρατεί περισσότερο η βεβαιότητα ότι δεν έχουμε τρόπο ανατροπής κανέναν. Από καταβολής κόσμου, είμαστε θεατές της επικράτησης των ισχυρότερων και του καταποντισμού των αδυνάτων».

- Αδύναμοι θεατές;

«Βεβαίως. Είναι κι αυτός ένας λόγος να είμαι μελαγχολική, αν θέλετε να κάνω τον κύκλο. Μπορεί να μην είναι μελαγχολικός κανείς, όταν βλέπει ότι τα ακραία φαινόμενα δεν μπορεί να τα δαμάσει καμία θέληση;».

- Άρα, όλοι θα πρέπει να είμαστε λίγο μελαγχολικοί;

«Ναι. Και καλό είναι να είμαστε και λίγο απαισιόδοξοι, γιατί αν είμαστε αισιόδοξοι, είμαστε και λίγο αδρανείς. Νομίζω ότι η χαρά είναι λίγο κοιμήσικο πράγμα, ενώ η απαισιοδοξία είναι πάθος για τη ζωή, κινητοποιεί κάποια πράγματα μέσα μας, μας έχει σε μια ενέργεια και σε μια επαγρύπνηση. Είναι η άλλη όψη, η σκοτεινή, της αισιοδοξίας».

- «Ακαδημαϊκός» τι σημαίνει για σας, εν τέλει;

«Είναι καινούργια ακόμα η σημασία αυτού του τιμητικού τίτλου, καλά καλά δεν την έχω βγάλει απ' το κουτί, επομένως θα ήταν ανεπίτρεπτη οικειότης να την περιφέρω δημοσίως σε κατασταλαγμένους ορισμούς. Απλώς, με διευκολύνει να αισθάνομαι ότι δεν κατέλαβα ακριβώς την έδρα της ποιήσεως, αλλά ότι οι προηγούμενοι μεγάλοι κάτοχοί της, με τελευταίο τον Νικηφόρο Βρεττάκο, συμπτύχθηκαν κάπως και μου έκαναν λίγο τόπο ώστε να χωρέσω κι εγώ, μια και όπως λέγεται, κύριο χαρακτηριστικό της μεγάλης ποίησης είναι να καταδέχεται και τα μικρότερά της».


- Μα είστε «μικρότερό» της;

«Έτσι πρέπει να αισθάνομαι. Θεωρώ δηλαδή, ότι δόθηκε άλλη μία ψήφος "αθάνατης", ελπίζω, εμπιστοσύνης στην ποίηση. Ότι τώρα εγώ επελέγην ως αγγελιαφόρος αυτής της ψήφου, είναι μια βαρύτιμη έκπληξη. Σπανίως τα απροσδόκητα γίνονται τόσο γενναιόδωρα, τόσο χαρμόσυνα».





ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 16/03/2002






ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Ποιήτρια και νέα Ακαδημαϊκός
«Η άνοιξη έρχεται
μαζί με το τέλος της»

Η Κική Δημουλά είναι η τρίτη γυναίκα που εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών μετά τη Γαλάτεια Σαράντη και την Αγγελική Λαϊου. Παντρεμένη με τον ποιητή Άθω Δημουλά από το 1954 και μητέρα δύο παιδιών, εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στα γράμματα με την συλλογή «Ποιήματα» (1952).
Oι διακρίσεις και τα βραβεία που της έχουν απονεμηθεί είναι πάρα πολλά, μεταξύ των οποίων, το Β' κρατικό Βραβείο Ποιήσεως για τη συλλογή «Το Λίγο του Kόσμου», το Α' Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως για τη συλλογή «Χαίρε ποτέ», το Βραβείο Κώστα και Ελένης Oυράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή «Η εφηβεία της λήθης» και το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της.
Ζεστή, ευγενική, με τη λυρικότητα αλλά και τη σεμνότητα του ανθρώπου που γνωρίζει τη ζωή και τις ισορροπίες της, η Κική Δημουλά μιλά στο «Καποδιστριακό» για τη δύναμη της γλώσσας, το ρόλο και τη θέση του ποιητή στο σύγχρονο κόσμο, για τη μαγεία του έρωτα και τα ανεκπλήρωτα όνειρα.
Αφορμή γι' αυτή τη συνέντευξη στάθηκε η εκλογή της στην Ακαδημία Αθηνών. Αιτία, η διαρκής ανάγκη μας για έναν λόγο διαφορετικό, ανατρεπτικό, βαθιά ποιητικό και απόλυτα διαυγή…

"Η ποίηση καλό είναι να ανταλλάσσει ανθρωπότητα"
Ερώτηση: Κυρία Δημουλά, πως αισθάνεστε από την εκλογή σας στην Ακαδημία;

Απάντηση: Είμαι ακόμα στο προαύλιο αυτής της μεγάλης διακρίσεως και εισπράττω τα κέρδη μου εξ' αυτής, χωρίς να ξέρω τι κεφάλαιο διαθέτω να καταθέσω, αν θα είναι ανάλογο του κέρδους μου.

Ερώτηση: Το γεγονός ότι το έργο σας έχει μεγάλη απήχηση στο κοινό, και ιδιαίτερα στους νέους, σας κάνει να αισθάνεστε δικαιωμένη;

Απάντηση: Δικαιωμένη για ποιο κοινωφελές αποτέλεσμα; Για ποιον αγώνα; Yπέρ ποιας ανιδιοτέλειας; Γράφοντας, μιαν ασφάλεια ζωής των δικών μου ανησυχιών πέτυχα μόνο. Η προσπάθειά μου να τεθεί υπό κράτηση το πέρασμα του χρόνου, ήταν και αυτή ευφάνταστη. Kλείνουν φέτος, πενήντα χρόνια καταγγελιών μου εναντίον του χρόνου ως υπεύθυνου για τον τραυματισμό ή και το θάνατο των ημερών μας, που προκαλεί περνώντας με το αθόρυβο, σφοδρά ταχύ μηχανάκι του. Λέξεις μόνο ήταν τα επιβαρυντικά στοιχεία που διέθετα εναντίον του. Mε λέξεις το ενοχοποιούσα αλλά λέξεις πάλι πειστικότερες το αθώωναν. Ότι υπάρχουν αναγνώστες των καταγγελιών μου, αυτό ευχάριστα σημαίνει ότι δεν μονολογώ ευρέως. Aν τώρα ανάμεσά τους υπάρχουν, όπως λέτε, νέοι, είναι κάτι που ιδιαίτερα με θερμαίνει αλλά και με ξαφνιάζει. Πως θυμάμαι ακόμα να μιλώ τη γλώσσα της ηλικίας τους; Mήπως επειδή διαχειμάζω στην θερμή ανάμνηση της νεότητας; Eκτός πια αν ποτέ δε γερνάμε, αν η πάροδος της νεότητας είναι εικονική και το γήρας δεν είναι παρά ένα έσω ζωτικό μοναστήρι, στο οποίο κλείνεται η νεότης για να αποφύγει το μεγάλο πειρασμό της φθοράς της. Tαγμένη πια στη μυστικότητα, διαρκεί.

Ερώτηση: Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος της γλώσσας σε έναν κόσμο που κάποιοι θεωρούν "μη ποιητικό"; Το «Λίγο του Κόσμου» μπορεί να αφορά όλο τον κόσμο;

Απάντηση: O ρόλος είναι να αποδίδει εύηχα, με καλλιεπή ορθότητα, με ρυθμική ειλικρίνεια, αυτό ακριβώς το μη ποιητικό μέρος του κόσμου. Όσο για το «Λίγο του Κόσμου» είθε να μην αφορά το σύνολό του, να μην είναι καν πραγματικότης, αλλά προπαγάνδα μιας άπληστης για εξουσία νοσηρότητας.

Ερώτηση: Και ποια η θέση, και κυρίως ποιος ο ρόλος, του ποιητή στο σημερινό περιβάλλον;

Απάντηση: O Λογγίνος κάπου λέει: «Oυ γαρ εις πειθώ αλλ' εις έκστασιν άγει τα προσφυά». Εγώ, αποδίδω στον ποιητή ότι απλώς συμβαίνει. Σε κάθε περιβάλλον.


Ερώτηση: Θεωρείτε ότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος μιας ομογενοποιημένης κουλτούρας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης;

Απάντηση: Δεν έχω συλλάβει σχεδόν καθόλου την έννοια αυτή. Διαισθάνομαι μόνο την ανεμπόδιστη εφαρμογή της στο τέλος του κόσμου. Όσο αυτός ανθίσταται, οι άνθρωποι θα περιφρουρούν μετά μανίας την ιδιαιτερότητα των βασάνων τους, επομένως και την ξεχωριστή κουλτούρα τους.

Eρώτηση: Έχετε πει κάπου ότι «ο έρωτας δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η αναζήτησή του». Τι εννοείτε;

Aπάντηση: Έτσι είπα; Δε θυμάμαι πια. Θα εννοούσα πάντως, ότι η άνοιξη έρχεται μαζί με το τέλος της. Η προσδοκία της είναι που κάνει εκθαμβωτική την έλευσή της; Τη γευόμαστε μέσα από τα αγαλλιώντα συμπτώματα της προετοιμασίας: ξεμύτισμα αδιόρατο κάποιου πράσινου φύλλου, διόγκωση χυμών, βοή χρωμάτων, δονήσεις μπουμπουκιών, όλ' αυτά που κάνουν το δέντρο των αισθήσεών μας να τραντάζεται, εν αναμονή της ανοίξεως – έρωτας.

Eρώτηση:
Μέρος του έργου σας έχει μεταφραστεί στα Γαλλικά, Αγγλικά, Ισπανικά, Σουηδικά, Γερμανικά και Ιταλικά. Πιστεύετε πως το νόημα ενός ποιήματος είναι δυνατόν να αποδοθεί σωστά όταν μεταφραστεί, όσο καλή και αν είναι η απόδοση στην ξένη γλώσσα;

Aπάντηση: Μα εδώ το νόημα ενός ποιήματος αλλάζει -δικαιωματικά ίσως- από αναγνώστη σε αναγνώστη, από την ίδια γλώσσα στην ίδια γλώσσα. Πώς είναι δυνατόν να διασωθεί μεταφραζόμενο; Ωστόσο η ποίηση, έστω και κάπως μεταλλαγμένη, καλό είναι να ανταλλάσσει ανθρωπότητα. Εξ' άλλου, λίγο πολύ, συντοπίτες είναι οι προβληματισμοί.

Eρώτηση: Υπάρχει για εσάς «ένα ποτήρι στο πάνω πάνω ράφι» που δεν το φτάνετε;

Aπάντηση: Ναι, βέβαια υπάρχει ακόμα, αλλά πολύ σκονισμένο.
«Απ' τον Καιρό.
Είν' όλ' αυτά τα πράγματα πολύ παληά                                          
το σκίτσο και το πλοίο, και το απόγευμα».
(Καβάφης)



Δοκίμια

Σημειώσεις σε ποιήματα της Κικής Δημουλά
Αναρωτιόμουν γιατί έχουν γραφτεί τόσο λίγα πράγματα για την ποίηση της Κικής Δημουλά. Οι περισσότεροι (κι εγώ μαζί τους) παρ' όλο τον θαυμασμό μας, έχουμε περιοριστεί σε επιφωνήματα.
Χρειάστηκα αρκετό χρόνο για να καταλάβω τον λόγο. Είναι δύσκολο να γράψεις για την ποίηση της Κικής Δημουλά διότι είναι ποίηση άνευ αντικειμένου.
Κυριολεκτώ. Η ποίηση της Κ.Δ. είναι άνευ αντικειμένου - αφού αντικείμενό της είναι το μηδέν.
Για να είμαι περισσότερο σαφής: όχι ακριβώς το μηδέν (τι να γράψει κανείς γι αυτό) όσο η παρουσία του στη ζωή μας, η σχέση μας με αυτό. Το μοναδικό θέμα της Δημουλά είναι το σταδιακό ή αιφνίδιο πέρασμα από το ον στο μη-ον. Το πέρασμα που ονομάζεται χρόνος, φθορά η θάνατος.
Μερικές φορές η Δ. αντιστρέφει το θέμα της: πρόκειται τότε για το πέρασμα από το μη-ον στο ον, δηλαδή την μνήμη. (Όταν θυμάσαι ανακαλείς μη-ον, κάτι που δεν υπάρχει πια). Τις περισσότερες φορές η μνήμη έχει την μορφή φωτογραφίας.
'Ον και μη ον. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε συνώνυμα γι αυτό το ολέθριο ζευγάρι. Ζωή - θάνατος. Παρουσία - απουσία. Κάτι - τίποτα.
Το τίποτα, το κενό, το μηδέν είναι, βέβαια, ο κυρίαρχος πόλος. Κερδίζει πάντοτε στο τέλος. Καμιά φορά και με βρώμικο, φτηνό τρόπο:

Για σας θα κάνω μια καλύτερη τιμή
είπε το Τίποτα στο Κάτι
και κείνο, το ηλίθιο, τόχαψε.


Το ον, η παρουσία, η ζωή, εμφανίζονται σαν παγίδα ή απάτη. "...άλλος ένας απατημένος από την διάρκειά του" έγραψε η Κ.Δ. μετά τον θάνατο του ποιητή Παπαδίτσα. 'Ο,τι άλλωστε υπάρχει, το Κάτι, είναι φενάκη. Απλό σκηνικό του Τίποτα. Η Δημουλά κάθε φορά αποκαλύπτει το Μαύρο πίσω από την σκηνογραφία. Κι ο χρόνος συνεχώς της κλέβει ό,τι νόμισε πραγματικό:Αχ! η χήρα στιγμή, κάθε τόσο!


Στο κενό, ανάμεσα όν και μη όν. Από μια ποιήτρια που δεν πατάει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Ισορροπεί ανάμεσά τους, επάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, που είναι η γλώσσα. Κι όπως οι σχοινοβάτες την ράβδο, η Δημουλά χρησιμοποιεί τις λέξεις για να κρατιέται όρθια στο τεντωμένο σκοινί. Ακροβατεί, τινάζει λέξεις στον αέρα, τις γυρίζει ανάποδα, πολλές μαζί, (το κοινό κρατάει την ανάσα του) και τις πιάνει την τελευταία στιγμή.



Η Δημουλά κάνει πράγματα με τη γλώσσα που κανείς Έλληνας ποιητής δεν τόλμησε. Αλλάζει τα μέρη του λόγου, κάνει τα επίθετα ρήματα, τα ουσιαστικά επιρρήματα. Αναρχική των λέξεων, παίρνει εκδίκηση από την γλώσσα για κάθε απουσία, κάθε μοναξιά, κάθε φόβο της ζωής. Τρομοκρατημένη από την ύπαρξη, η Δημουλά τρομοκρατεί την γλώσσα. Άλλωστε, μόνο μια τέτοια διάλεκτος μπορεί να εκφράσει το μηδέν
Ποίηση εκ του μη όντος. Πώς να γράψεις γι αυτήν; Όταν το μόνο που φαίνεται (φόντο σκοτάδι) είναι οι ακροβασίες των λέξεων. Πάντα εν κινήσει, ταυτόχρονα σε θέσεις πολλαπλές όπως στις στροβοσκοπικές φωτογραφίες;
Πώς να περιγράψεις πυροτεχνήματα - όταν το θέμα σου δεν είναι η λάμψη, αλλά το πίσω σκότος. Πώς να μιλήσεις για το σκοτάδι; Τι είναι το σκοτάδι; Μη φως; Αρκεί αυτός ο ορισμός;
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το επίτευγμα της Κικής Δημουλά. Μιλάει για το σκοτάδι, το μη ον, το μηδέν, πράγματα που δεν λέγονται - κι όμως τα λέει. Ενώ οι περισσότεροι ποιητές, όταν πάνε να ασχοληθούν με το αφηρημένο συντρίβονται, η Δημουλά μπορεί και κάνει φιλοσοφική ποίηση, τόσο χειροπιαστή όσο ένας σβώλος χώμα και τόσο μεταφυσική όσο η αποφατική θεολογία.
Πρόκειται για ένα άλλο είδος ποίησης. Θα την ονόμαζα μετα-ποίηση και με τις δύο σημασίες του μετά. Αν η ποίηση οριοθετεί έναν κόσμο, αυτή καλύπτει δύο, ταυτόχρονα, μεταποιώντας τις λέξεις. Στα ελληνικά γράμματα δεν έχουμε άλλο τέτοιο δείγμα. Στα ξένα, το πιο κοντινό που μπορώ να σκεφθώ είναι οι Άγγλοι "μεταφυσικοί ποιητές" του 17ου αιώνα. Αυτοί που "έβλεπαν το κρανίο κάτω από το δέρμα" όπως έγραψε ο Eliot στους "Ψιθύρους Αθανασίας".

Το γκροτέσκο συγκατοικεί με το τρυφερό, ο εφιάλτης με το ροζ kitsch, ο τρόμος με το κατάμαυρο χιούμορ.

Υπάρχει, στο λεξικό των λογοτεχνικών όρων του Cuddon, ένας ορισμός για τους "μεταφυσικούς" ποιητές που περιγράφει ακριβέστατα την ποίηση της Δημουλά. Τον μεταφράζω: "καθηλωτικές και πρωτότυπες εικόνες και μεταφορές (που δείχνουν μιαν ενασχόληση με τις αναλογίες μακρόκοσμου και μικρόκοσμου), οξύνοια, εφευρετικότητα, δεξιοτεχνική χρήση της κοινής γλώσσας, [..] κλίση προς το παράδοξο και το σοφιστικό επιχείρημα, άμεσος τρόπος, καυστικό χιούμορ, έντονη αίσθηση θνητότητας, και μια διακεκριμένη ικανότητα για ελλειπτική σκέψη και λακωνικά συμπυκνωμένη έκφραση".
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ανήκουν τόσο πολύ στη Δημουλά, που σχεδόν δεν χρειάζονται συμπλήρωση. Ίσως μόνο μεγαλύτερη έμφαση στην "αίσθηση θνητότητας". Ωστόσο και στους μεταφυσικούς ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα, (ας θυμηθούν όσοι ξέρουν τους δυσμετάφραστους στίχους του Eliot για τους Webster και Donne).
Οι μεταφυσικοί ποιητές είναι οι πρόγονοι (κι ας μην τους γνωρίζει) της Κ.Δ. ενώ η μεγάλη Αμερικανίδα Emily Dickinson είναι η πνευματική της αδελφή. Περίεργο - όταν το μηδέν θέλει να μιλήσει διαλέγει τώρα πια γυναίκες. Ίσως είναι πιο θαρραλέες από τους άνδρες.
Υπάρχει ένα ποίημα της Δημουλά που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προγραμματική δήλωση. Σε αυτό αναφέρονται τα τέσσερα θέματα της ποίησής της: ο έρωτας (δηλαδή το ον), ο φόβος (του μη όντος) η μνήμη (το μη ον γίνεται ον) και η νύχτα (το ον γίνεται μη ον).
Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
Όνομα ουσιαστικόν,
Γένους θηλυκού,
Ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
Οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

"Οι νύχτες από εδώ και πέρα". Από το "Λίγο του Κόσμου" και πέρα, αυτό είναι το μόνο θέμα της Κικής Δημουλα. Αφού δεν γίνεται το θαύμα και το όνειρο:
Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα
που να μη γίνει βράδυ
και όνειρο σημαίνει
να έρθει κι ένα απόγευμα
που να μη γίνει βράδυ,

Ο χρόνος δεν σταματά. Το βράδυ έρχεται πάντα: "οι νύχτες από εδώ και πέρα". Το ποίημα τελειώνει:

Φύλαγέ μου, Θεέ μου, τουλάχιστον
όσα έχουν πεθάνει.


Η μνήμη από εδώ και πέρα. Το σύμβολό της: η φωτογραφία.                                        
Ο έρωτας, ο φόβος, η μνήμη, η νύχτα ("από δω και πέρα"), σε δύο στίχους. Είκοσι χρόνια μετά, η ώριμη (στον πόνο) ποιήτρια μιλάει για το Τίποτα. Σε ένα από τα αριστουργήματα (δεν φοβάμαι τη λέξη) της Δημουλά, το πρώτο ποίημα από την συλλογή "Χαίρε Ποτέ", πρωταγωνιστεί μια φωτογραφημένη απουσία

Φτάσαμε σε καίριο σημείο. Η ένταση ανάμεσα στο ον και το μη ον είναι η μόνιμη πηγή του τραγικού. Στην τραγωδία συγκρούονται ο Ήρως και η Μοίρα - μάσκες για το ον και το μηδέν. Ο κόσμος της Δημουλά είναι κατ' εξοχήν τραγικός, με τον αρχαίο τρόπο αλλά με το σημερινό ύφος της τραγωδίας. 'Έχει την σύγκρουση, χωρίς το ηρωικό μέγεθος. Γιατί αυτό που συγκρούεται δεν είναι πια ο ήρωας με το κενό - είναι το κενό με το κενό. Οι σύγχρονοι τραγικοί ήρωες είναι άδειοι, κλόουν ή ζογκλέρ λέξεων”.
Βλέπω αυτόν τον κόσμο της Δημουλά, σαν μια άδεια σκηνή, σκοτεινή. Στην μαύρη κουρτίνα του φόντου, μισοφαίνονται καρφιτσωμένες φωτογραφίες. Είναι το πιο ζωντανό πράγμα σε αυτόν τον πεθαμένο κόσμο. Μέσα στο απόλυτο κενό, με φόντο τη νύχτα, εικόνες συνοδεύουν την σιωπή των λέξεων. (Ναι, η Δημουλά κατόρθωσε κι αυτό: οι λέξεις να μην ηχούν. Να πέφτουν στην μοναξιά, σαν τσόχα σε βελούδο. Μόνον ο Μπέκετ έχει δώσει τόση σιγή στον λόγο).
Νίκος Δήμου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου