Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΓΛΩΣΣΑΣ Γ' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


1η ΕΝΟΤΗΤΑ

 

Β. Παρατακτική και υποτακτική σύνδεση των προτάσεων

 

Οι διάφοροι τρόποι σύνδεσης των προτάσεων

1.         Η παράταξη συνδέει κατά σειρά δύο ή περισσότερες ισότιμες προτάσεις χωρίς να υπάρχει λογική σχέση εξάρτησης μεταξύ τους. Μπορεί να είναι δύο ή περισσότερες ανεξάρτητες προτάσεις (π.χ. Ούτε διάβαζε/ούτε έγραφε) ή δύο ή περισσότερες εξαρτημένες, οι οποίες προσδιορίζουν την ίδια κύρια πρόταση (π.χ. Πρέπει/ να δουλέψεις/ και να κερδίσεις χρήματα).

2.         Η υπόταξη συνδέει προτάσεις που δεν είναι ισότιμες. Η δευτερεύουσα πρόταση  δεν εκφράζει ένα αυτόνομο και αυτοτελές νόημα, αλλά εξαρτάται από την κύρια πρόταση(π.χ. Φαίνεται/ ότι θα χιονίσει) ή από την άλλη δευτερεύουσα (π.χ. Ξέρω/ πόσο ενδιαφέρεσαι/ να πετύχεις στις εξετάσεις),της οποίας αποτελεί συμπλήρωμα ή συνδέεται μαζί της με κάποια εσωτερική λογική σχέση (χρόνο, σκοπό, αιτία κτλ.).

3.         Το ασύνδετο σχήμα δεν αποτελεί τρόπο σύνδεσης, αλλά είναι ο πρώτος τρόπος συνειρμού των προτάσεων στη νεοελληνική γλώσσα. Χρησιμοποιείται όταν  πρόκειται να παρουσιαστούν πολλά νοήματα σε ένα σύνολο ή επιδιώκεται κίνηση και ζωηρότητα στο ύφος, αποκαλύπτοντας έντονο πάθος και ψυχική αναστάτωση (π.χ. Παίζουν,/φωνάζουν,/κάνουν φασαρία όλη την ώρα).

 

Οι επιλογές στις συνδέσεις των προτάσεων

και οι συνέπειές τους στο λόγο

· Η παρατακτική σύνδεση ταιριάζει σε κείμενα απλά, ή και απλοΐκά, και στην καθημερινή ομιλία, ενώ η υποτακτική σύνδεση συνδυάζεται με ένα πιο επεξεργασμένο γλωσσικό κώδικα, αρθρώνει πιο σύνθετο λόγο, συχνά μακροπερίοδο.

· Μπορούμε, όμως, να συναντήσουμε πυκνές υποτακτικές συνδέσεις και σε λαΐκές διηγήσεις ή και το αντίθετο, να μην έχουμε δηλαδή υποτακτικές συνδέσεις σε ένα δοκίμιο.

Δεν υπάρχει αναγκαστική σχέση ανάμεσα στο μήκος των περιόδων και το είδος των συνδέσεων.

 

Οι συνδέσεις των προτάσεων στον προφορικό λόγο   

Χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου:

· Χρησιμοποιείται ευρύτατα η παράταξη και το ασύνδετο σχήμα.

· Αποφεύγεται η υποτακτική σύνδεση.

· Παραλείπονται συνδετικές και διαρθρωτικές λέξεις.

· Συνοδεύεται από κινήσεις των χεριών και του σώματος, εκφράσεις του προσώπου, επιτονισμό κτλ.

 

Γ. Σύνθεση ερευνητικών εργασιών

Για την εκπόνηση ερευνητικών εργασιών πρέπει οι μαθητές να έχουν υπόψη τους (και) τα παρακάτω στοιχεία:

· Επιλογή του θέματος: Εξαρτάται από τα ενδιαφέροντα και τις δυνατότητες του ερευνητή. Η επιλογή του θέματος γίνεται υποχρεωτικά στην αρχή και ο τίτλος της εργασίας μπορεί να διατυπωθεί αργότερα. Ακόμα, πρέπει ο κάθε ερευνητής να συνειδητοποιήσει τα προβλήματα που μπορεί να του προκαλέσει ένα πλατύ ή ασαφές θέμα ή ένα υπερβολικά ειδικευμένο.

· Συγκέντρωση του ερευνητικού υλικού: Μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, σε βιβλία, στο Διαδίκτυο, με ερωτηματολόγια κτλ. Οι καθηγητές θα υποδείξουν στους μαθητές τη βασική βιβλιογραφία, διευθύνσεις στο Διαδίκτυο και, κυρίως, θα τους βοηθήσουν να μάθουν να κρατούν σημειώσεις, αξιολογώντας τη χρησιμότητα του υλικού τους.

· Διάρθρωση και συγγραφή της εργασίας: Πριν ξεκινήσει η συγγραφή, πρέπει να γίνει διάγραμμα και ομαδοποίηση του υλικού με βάση αυτό. Το κείμενο που θα γραφτεί πρέπει να χαρακτηρίζεται από αλληλουχία νοημάτων, σαφήνεια. ομοιογένεια στο ύφος και να καταλήγει σε ξεκάθαρα συμπεράσματα.

· Παραπομπές: Όταν υπάρχουν ξένες ιδέες μέσα στο κείμενο, πρέπει να επισημαίνονται, γιατί αυτό αυξάνει την αξία της εργασίας και την κάνουν έγκυρη. Οι παραπομπές μπορεί να είναι μέσα στο σώμα του κειμένου, υποσελίδιες ή στο τέλος του κειμένου.

· Βιβλιογραφία: Στο τέλος της εργασίας παρατίθεται κατάλογος των πηγών με αλφαβητική σειρά.

· Αν η πηγή είναι βιβλίο, αναγράφονται το επώνυμο του συγγραφέα, ο τίτλος του βιβλίου (αν υπάρχει υπότιτλος γράφεται ύστερα από τελεία),το όνομα του μεταφραστή (αν πρόκειται για ξένο βιβλίο),τα στοιχεία της έκδοσης (εκδοτικός οίκος, τόπος, χρόνος), π.χ. Βουρνάς Τάσος, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Ο Εμφύλιος ,εκδ.Αφών Τολίδη, Αθήνα 1981.

· Αν η πηγή είναι εργασία σε περιοδικό ή εφημερίδα, αναγράφονται το επώνυμο του συγγραφέα, ο τίτλος της εργασίας σε εισαγωγικά (αν υπάρχει υπότιτλος γράφεται ύστερα από τελεία),τα στοιχεία της έκδοσης (τίτλος περιοδικού ή εφημερίδας, αριθμός τεύχους, ημερομηνία έκδοσης), π.χ.Βώρος Φ.Κ.,″Εισαγωγή στις ιατρικές σπουδές″,Νέα Παιδεία, τεύχος 8,χειμώνας 1979.

· Αν η πηγή είναι εγκυκλοπαίδεια ή άλλο συλλογικό έργο, αναγράφονται το όνομα του συλλογικού έργου, ο τόμος, το λήμμα ή το κεφάλαιο στο οποίο βρίσκονται οι πληροφορίες με τον αριθμό της σελίδας,  στοιχεία της έκδοσης (εκδοτικός οίκος, τόπος, χρόνος ), π.χ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ,τόμος Β’ ,Μετακινήσεις ελληνικών φύλων 1125-800 π.χ.,σελ.16,εκδ.Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1971.

 

Δ. Λεξιλόγιο

Η επιλογή της λέξης

Η ύπαρξη συνώνυμων λέξεων που δηλώνουν την ίδια σημασία οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες (παλιότερη και νεότερη λέξη, π.χ. δισκίο-χάπι),και εξυπηρετεί διαφορετικούς στόχους. Δίνει τη δυνατότητα επιλογής στον ομιλητή/συγγραφέα. Η επιλογή αυτή ρυθμίζεται από:

· πραγματολογικούς παράγοντες, όπως το επίπεδο ύφους (οροφή-ταβάνι) ή η χρήση ειδικής γλώσσας, π.χ. επιστημονικής σε σχέση με τη γενική γλώσσα(π.χ. υπογάστριο-κοιλιά),

· λεξική συνδυαστικότητα (π.χ. ζωολογικός κήπος, καθαρό κέρδος, κωδικός αριθμός).

 

Ανακεφαλαίωση της ενότητας

 

v  Οι προτάσεις βρίσκονται στο λόγο είτε σε ασύνδετο σχήμα είτε συνδεδεμένες μεταξύ τους.

v  Όταν συνδέονται μεταξύ τους, η σύνδεση μπορεί να είναι είτε παρατακτική είτε υποτακτική.

v  Σύνδεσμοι που χρησιμοποιούνται για την παρατακτική σύνδεση των προτάσεων είναι:

συμπλεκτικοί, διαχωριστικοί, αντιθετικοί, συμπερασματικοί και ο επεξηγηματικός.

v  Σύνδεσμοι που χρησιμοποιούνται για την υποτακτική σύνδεση των προτάσεων είναι:

ειδικοί, χρονικοί, αιτιολογικοί, υποθετικοί, τελικοί, αποτελεσματικοί, διστακτικοί, αντιθετικοί και ο συγκριτικός.

v  Κάθε ομιλητής/συγγραφέας επιλέγει τον τρόπο που θα συνδέσει τις προτάσεις του, ανάλογα με το είδος της σχέσης που έχουν οι προτάσεις αυτές στη σκέψη του.

v  Μια ερευνητική εργασία ξεκινάει από έναν προβληματισμό.

v  Όταν γράφω μια ερευνητική εργασία, δεν αντιγράφω, αλλά συνθέτω το δικό μου κείμενο, είμαι δημιουργός.

v  Στο τέλος μιας ερευνητικής εργασίας παραθέτω με αλφαβητική σειρά τον κατάλογο με τις πηγές μου (βιβλία, άρθρα, ηλεκτρονικές διευθύνσεις κ.λπ.).

v  Για να καταλάβω ακριβώς τι σημαίνει μια λέξη μέσα σε ένα κείμενο, πρέπει να λάβω υπόψη μου ποιος τη λέει, σε ποιον την απευθύνει, πού και πότε τη χρησιμοποιεί, σε τι είδους κείμενο συμπεριλαμβάνεται αλλά και το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται.

2η ΕΝΟΤΗΤΑ

 

Β. Είδη δευτερευουσών προτάσεων

 

► Ονοματικές και επιρρηματικές προτάσεις

 

Οι δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις είναι ισοδύναμες με ονόματα και παίρνουν στην πρόταση θέση υποκειμένου (π.χ. Είναι γνωστό ότι όλες οι γλώσσες περιέχουν στο λεξιλόγιό τους λέξεις δανεισμένες από άλλες γλώσσες.), αντικειμένου (π.χ. Μας ειδοποίησε ότι θα αργοπορήσει.) ή ονοματικού προσδιορισμού (π.χ Τον απασχολούσε μόνο ένα πράγμα, να μάθει γρήγορα γερμανικά.).

 

Δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις:

 

1.Ειδικές

Οι δευτερεύουσες ονοματικές ειδικές προτάσεις εισάγονται με τους συνδέσμους ότι, πως, που.

Εξαρτώνται από:

· ρήματα λεκτικά (π.χ. Είπε ότι θα αργήσει.),

· δεικτικά (π.χ. Τους απέδειξε ότι έκαναν λάθος.),

· αισθητικά (π.χ. Αισθανόταν πως όλα θα πάνε καλά.),

· γνωστικά (π.χ. Ξέρεις ότι λέει ψέματα.),

· δοξαστικά (π.χ. Νομίζω πως θα βρέξει.),

· περιφράσεις με το ίδιο νόημα με τις προηγούμενες κατηγορίες (π.χ. Έχω την πεποίθηση ότι θα πετύχω στις εξετάσεις.),

· από απρόσωπα ρήματα με ίδια σημασία, ως υποκείμενά τους (π.χ. Ακούστηκε ότι θα χιονίσει.),

· από ουσιαστικά - ως προσδιορισμός τους / επεξήγηση - (ή ουδέτερο επιθέτου ή αντωνυμίας) (π.χ. Μας έδωσε την υπόσχεση ότι θα μας ειδοποιήσει μόλις φτάσει. / Ήξερε ένα μόνο, ότι θα προσπαθούσε με όλη του τη δύναμη να πετύχει.).

 

 

2.Βουλητικές

Οι δευτερεύουσες ονοματικές βουλητικές προτάσεις εισάγονται με το μόριο να.

Εξαρτώνται από:

· ρήματα βουλητικά (π.χ. Ήθελε να πάει ένα ταξίδι.),

· δυνητικά (π.χ. Μπορούσε να συνεννοείται άνετα σε τέσσερις γλώσσες.),

· γνωστικά (π.χ. Τα παιδιά ξέρουν να χειρίζονται καλά τη μητρική τους γλώσσα, πριν πάνε σχολείο.),

· κελευστικά (π.χ. Τους προτρέπω πάντα να παρακολουθούν τις εξελίξεις στη λογοτεχνία.),

· από απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις (συμφέρει, αξίζει, μπορεί, επιτρέπεται, αρκεί, είναι καλό, είναι φυσικό, είναι δύσκολο κτλ.), ως υποκείμενά τους (π.χ. Αξίζει να μαθαίνει κάποιος περισσότερες από μία ξένες γλώσσες.),

· από ουσιαστικά- ως προσδιορισμός τους / επεξήγηση- (ή ουδέτερο επιθέτου ή αντωνυμίας) (π.χ. Ένα μόνο δεν έκανε ποτέ της, να πει ψέματα.).

 

3.Ενδοιαστικές

Οι δευτερεύουσες ονοματικές ενδοιαστικές προτάσεις εισάγονται με τους συνδέσμους μήπως, μη(ν)/να μη(ν).

Εξαρτώνται από:

· ρήματα που δηλώνουν φόβο (π.χ. Με τόση κίνηση ανησυχεί μήπως αργήσει.),

· ρήματα που δηλώνουν προφύλαξη, φροντίδα (π.χ. Πάντα προσέχει μήπως τον ξεγελάσουν στις αγορές που κάνει.),

· περιφράσεις με το ίδιο νόημα με τις προηγούμενες κατηγορίες (π.χ. Έχει την ανησυχία μήπως ξαναγίνει σεισμός.),

· ουσιαστικά ή ουδέτερο επιθέτου ή αντωνυμίας, ως προσδιορισμός τους / επεξήγηση, (π.χ. Ένα τον ανησυχούσε, μη μείνει άνεργος.),

· απρόσωπα ρήματα με ίδια σημασία, ως υποκείμενά τους (π.χ. Με ανησυχεί μήπως χιονίσει και αποκλειστούμε εδώ.).

 

Γ. Λεξιλόγιο

Πολυσημία της λέξης

Πολλές λέξεις έχουν περισσότερες από μία σημασίες. Μια λέξη μπορεί να έχει μία ή περισσότερες σημασίες στον καθημερινό λόγο και άλλη στον επιστημονικό ή διαφορετική σημασία ως όρος δύο διαφορετικών επιστημών. Η πολυσημία των λέξεων χρησιμοποιείται πολύ από τους ευθυμογράφους και από τους διαφημιστές. Αντίθετα, ο επιστημονικός λόγος είναι ιδιαίτερα ακριβής στους όρους που χρησιμοποιεί για τις έννοιες της κάθε επιστήμης.

 

 

Δ. Διατύπωση αιτιολογημένων κρίσεων

 

► Όταν εκφράζουμε α) μια κρίση για θέματα τα οποία προκαλούν αντιπαραθέσεις, και β) την αρέσκεια ή την απαρέσκειά μας, είναι απαραίτητο να αιτιολογούμε την κρίση μας, να παρουσιάζουμε, δηλαδή, στοιχεία που τη στηρίζουν και αποδεικνύουν την ορθότητά της.

Η αιτιολόγηση μιας κρίσης μπορεί να γίνει:

α) είτε από την προοπτική της αιτίας (π.χ. Από το χιόνι έσπασαν οι πυλώνες της ΔΕΗ.),

β) είτε από την προοπτική του αποτελέσματος (π.χ. Με την αγγλική γλώσσα μπορεί κάποιος να συνεννοηθεί με πολλούς ξένους, γι’ αυτό το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων μαθαίνει αγγλικά.).

 

 

Ανακεφαλαίωση της ενότητας

 

Δευτερεύουσες προτάσεις

 

 

 

                     Ονοματικές                                                                      Επιρρηματικές

 

Λειτουργούν ως αντικείμενο                                                           Λειτουργούν ως

ή υποκείμενο                                                                                    επιρρηματικοί προσδιορισμοί

στο ρήμα άλλης πρότασης.

 

Ονοματικές

 

Σύνδεσμοι
με τους οποίους
εισάγονται
Ειδικές
Βουλητικές
Ενδοιαστικές
ότι
πως
που
να
(μόριο)
μη
να μη
μήπως

 

v  Η λέξη φύλλο φέρνει στο νου άλλο πράγμα σε ένα βοτανολόγο και άλλο σε ένα ζαχαροπλάστη. Αυτό συμβαίνει, επειδή μια λέξη μπορεί να έχει δύο ή περισσότερες σημασίες, που έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους. Το φαινόμενο ονομάζεται πολυσημία.

v  Διατυπώνω μια κρίση αιτιολογημένα σημαίνει παρουσιάζω στοιχεία που τη στηρίζουν και αποδεικνύουν την ορθότητά της.

3η ΕΝΟΤΗΤΑ

 

Β. Ερωτηματικές προτάσεις Ευθύς και πλάγιος λόγος

 

► Ερωτηματικές προτάσεις

 

Μια ερωτηματική πρόταση μπορεί να επιτελεί μία από τις ακόλουθες βασικές επικοινωνιακές λειτουργίες:

· παροχή πληροφοριών (ρητορικές ερωτήσεις) (π.χ. Δεν είμαι κι εγώ παιδί όπως όλοι σας;),

· ερώτηση με την οποία ζητάμε πληροφορίες για κάτι (π.χ. Τι ώρα θα φύγουμε;),

· προσταγή, παράκληση, προτροπή αντί της χρήσης της προστακτικής που δίνει την εντύπωση ισχύος και επιβολής (π.χ. Μου δίνεις μια χαρτοπετσέτα, σε παρακαλώ;).

 

► Οι ερωτήσεις στον πλάγιο λόγο

 

Οι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις

εισάγονται με:

· ερωτηματικές αντωνυμίες ποιος, πόσος, τι

· ερωτηματικά επιρρήματα πού, πότε, πόσο, πώς

· συνδέσμους αν, γιατί, μήπως κτλ.

Χρησιμοποιούνται ως:

· υποκείμενο (π.χ. Είναι παράξενο πώς ήρθε τόσο γρήγορα.),

· αντικείμενο (π.χ. Απορούσε τι κάναμε όλο το απόγευμα.),

· επεξήγηση (π.χ. Έχω μια αμφιβολία, πώς θα λύσεις την άσκηση χωρίς να ξέρεις τη θεωρία.).

 

► Από τον ευθύ στον πλάγιο λόγο και αντίστροφα

 

Για να μετατρέψουμε τον ευθύ λόγο σε πλάγιο, κάνουμε ορισμένες αλλαγές στη μορφή των προτάσεων και σε κάποιες λέξεις τους:

· Βρίσκουμε το ρήμα εξάρτησης που ταιριάζει.

· Μετατρέπουμε τις κύριες προτάσεις σε δευτερεύουσες (ειδικές, βουλητικές, πλάγιες ερωτηματικές).

· Οι δευτερεύουσες προτάσεις παραμένουν όπως έχουν.

· Αλλάζουμε, αν χρειάζεται, τα πρόσωπα και τις αντωνυμίες.

· Αλλάζουμε τα χρονικά ή τοπικά επιρρήματα.

 

 

 

Δ. Σχήματα λόγου: Κυριολεξία και μεταφορά

 

Μερικές φορές η μεταφορά συγχέεται με την παρομοίωση, επειδή και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ή υπολανθάνει σύγκριση. Για να αναγνωρίζουμε τους δύο διαφορετικούς αυτούς λεκτικούς τρόπους, πρέπει να κατανοήσουμε ότι:

· στην παρομοίωση, η σύγκριση γίνεται φανερή και σαφής με τη χρήση των λέξεων σαν, όπως, καθώς, όμοιος κτλ. Επίσης, οι όροι στέκουν παράλληλοι και χωριστοί (π.χ. καρδιά σκληρή σαν πέτρα).

· στη μεταφορά, η σύγκριση είναι υπονοούμενη και δεν εισάγεται με κανένα επίρρημα ή ιδιαίτερη φράση. Αποτελεί, δηλαδή, μια συμπυκνωμένη παρομοίωση με μεγαλύτερη δύναμη, στην οποία οι όροι παρουσιάζονται στενότερα δεμένοι (π.χ. πέτρινη καρδιά). 

 

 

 

Ανακεφαλαίωση της ενότητας

 

v  Ευθύ λόγο χρησιμοποιούμε όταν διατυπώνουμε προφορικά ή γραπτά τις δικές μας απόψεις ή άλλου έτσι όπως ακριβώς τα διατύπωσε.

v  Πλάγιο λόγο χρησιμοποιούμε όταν παραθέτουμε σε κείμενά μας προφορικά ή γραπτά απόψεις άλλων όχι αυτούσιες αλλά μετασχηματισμένες από εμάς.

v  Λέξεις που εισάγουν ερωτηματικές προτάσεις: α) ερωτηματικές αντωνυμίες ποιος, πόσος, τι, β) ερωτηματικά επιρρήματα πού, πότε, πόσο, πώς, γ) σύνδεσμοι αν, γιατί, μήπως κτλ.

v  Όταν λέμε σε κάποιον: ″Είσαι αλεπού″, δε χρησιμοποιούμε τη λέξη αλεπού κυριολεκτικά αλλά μεταφορικά και εννοούμε ότι είναι πονηρός.

 

         

 

 

 

4η ΕΝΟΤΗΤΑ

 

 

 Β. Αναφορικές προτάσεις

 

 

► Επιθετικές αναφορικές προτάσεις

 

· Οι επιθετικές αναφορικές προτάσεις εισάγονται με την αντωνυμία ο οποίος, η οποία, το οποίο ή με το άκλιτο που και προσδιορίζουν ονόματα.

· Όταν είναι αναγκαίο συμπλήρωμα της έννοιας του ουσιαστικού, δε χωρίζονται από αυτό με κόμμα (π.χ. Ο κύριος που είδατε είναι ο θείος μου./ Η μητέρα μου, που φοβάται για την υγεία μου, με υποχρέωσε να φορέσω το χοντρό μπουφάν μου.).

 

 

► Ελεύθερες αναφορικές προτάσεις

 

 

                                              Ελεύθερες αναφορικές προτάσεις

 

 

                                                          Εισάγονται με:
 
 
Λειτουργούν ως:
Ονοματικές
Επιρρηματικές
αναφορικές αντωνυμίες
όσος, όποιος, ό,τι κτλ.
αναφορικά επιρρήματα
όπου, όπως, όποτε
Όσο κτλ.
υποκείμενα, αντικείμενα,
κατηγορούμενα
επιρρηματικοί προσδιορισμοί
του τόπου, του χρόνου κτλ.

 

     

► Γένος, αριθμός και πτώση της αναφορικής αντωνυμίας  ο οποίος

 

Το γένος και ο αριθμός της αναφορικής αντωνυμίας ο οποίος εξαρτάται από τη λέξη την οποία προσδιορίζει η αναφορική πρόταση, αλλά η πτώση της εξαρτάται από το ρόλο της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική πρόταση (π.χ. Οι άνθρωποι των οποίων το σπίτι νοικιάσαμε ήταν πολύ καλοί.).Η αντωνυμία είναι σε αρσενικό γένος και πληθυντικό αριθμό, αφού αναφέρεται στο ουσιαστικό άνθρωποι, και σε γενική πτώση, γιατί είναι γενική προσδιοριστική (κτητική) στο σπίτι.

 

► Το που και οι προθετικές φράσεις

 

Αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε το που στη θέση της αντωνυμίας ο οποίος, η οποία, το οποίο όταν αυτή συνοδεύει πρόθεση (και δηλώνει τόπο, όργανο ή συνοδεία) (π.χ. Ο άνθρωπος με τον οποίο με είδες είναι νονός μου και όχι Ο άνθρωπος που με είδες είναι νονός μου.).

 

Γ. Ελληνικά σε ξένες γλώσσες

 

► Πολλές ευρωπαΐκές γλώσσες έχουν δημιουργήσει νέες λέξεις με αρχαίες ελληνικές ρίζες ή κάποιο συνθετικό ή κατάληξη. Συχνά, αυτές οι λέξεις επανεισάγονται στην ελληνική, π.χ. cardiologie = γαλλική λέξη με αρχαία ελληνικά συνθετικά: καρδιά-λογία, μεταφορά στα νέα ελληνικά: καρδιολογία.

 

Δ. Συνώνυμα-Αντίθετα

 

· Συνώνυμες ονομάζονται οι λέξεις με παρόμοια σημασία.

· Οι συνώνυμες λέξεις σπάνια μπορούν να χρησιμοποιηθούν η μία στη θέση της άλλης σε όλα τα γλωσσικά περιβάλλοντα, εφόσον οι λέξεις διαφέρουν ως προς το ύφος που αποδίδουν (επίσημο, οικείο κτλ.), την ένταση, την έκφραση συναισθήματος ή σχολίου κτλ. (π.χ. συνώνυμα: εξήγηση, ερμηνεία ,επεξήγηση. Στην πρόταση: Του ζήτησε εξηγήσεις για την αργοπορία του, η λέξη εξηγήσεις δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τις συνώνυμές της.).

 

· Αντίθετες ονομάζονται οι λέξεις με αντίθετη σημασία. Υπάρχουν αντίθετα:

1)   κλιμακωτά, όταν οι αντίθετες λέξεις αποτελούν τα άκρα μιας κλίμακας, (π.χ. ωραίος, άσχημος)

2)   δυαδικά, όταν ανάμεσα στα δύο δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση (π.χ. ειλικρίνεια, ανειλικρίνεια)

3)   αντίστροφα, όταν η μία λέξη παρουσιάζει την ίδια έννοια με την άλλη λέξη, αλλά από την άλλη πλευρά (π.χ. αγοράζω, πουλώ).

 

 

Ανακεφαλαίωση της ενότητας

 

                        Αναφορικές προτάσεις

 

                                                   Ονοματικές                                              Επιρρηματικές

 

 

Αντωνυμίες με τις οποίες εισάγονται
Επιθετικές
ο οποίος, -α, -ο
που
Ελεύθερες
όποιος,-α,-ο
όσος,-η,-ο
ό,τι
οποιοσδήποτε
οσοδήποτε
οτιδήποτε
Αντωνυμίες
με τις οποίες
εισάγονται
Ελεύθερες
όπου
όπως
όποτε
όσο
οπουδήποτε
οποτεδήποτε

 

v  Στον επίσημο λόγο, όταν θέλουμε να δηλώσουμε τον τόπο, το όργανο, τη συνοδεία, αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη που και προτιμούμε την κατάλληλη πρόθεση με την αντωνυμία ο οποίος, η οποία, το οποίο.

v  Πολλές ξένες λέξεις έχουν φτιαχτεί από ρίζες, προθήματα, και επιθήματα που προέρχονται από την αρχαία ελληνική γλώσσα

v  Οι λέξεις ωραίος, όμορφος λέγονται συνώνυμες , γιατί έχουν περίπου την ίδια σημασία.

v  Οι λέξεις κρύος, ζεστός λέγονται  κλιμακωτά αντίθετα, επειδή αποτελούν τα άκρα μιας κλίμακας με ενδιάμεσες διαβαθμίσεις.

v  Οι λέξεις ζωντανός, νεκρός λέγονται δυαδικά αντίθετα, επειδή ανάμεσα στα δύο δεν μπορεί να υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση.

v  Οι λέξεις παππούς, εγγόνι λέγονται αντίστροφες, επειδή η μία περιγράφει μια σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους και η άλλη περιγράφει την ίδια σχέση από την πλευρά του άλλου.

 

 

 

 

5η ΕΝΟΤΗΤΑ

 

Β. Τελικές και αιτιολογικές προτάσεις

 

 

► Τελικές προτάσεις

 

·  Η τελική πρόταση μπορεί να προηγείται ή να ακολουθεί την κύρια πρόταση. Η επιλογή της θέσης εξαρτάται από κειμενικούς παράγοντες.

· Όταν η τελική πρόταση βρίσκεται μετά την κύρια, συνδέεται περισσότερο με αυτήν και δηλώνει συνήθως την πρόθεση του δράστη της κύριας πρότασης να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια (π.χ. Πήγε στο νησί να ξεκουραστεί.)

· Όταν προηγείται, εισάγεται μόνο με το για να και ποτέ με το να. Σε αυτή τη θέση χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο προσέλκυσης της προσοχής και ως μέσον οργάνωσης του κειμένου (π.χ. Για να στηρίξει την άποψή του, έφερε ένα σωρό επιχειρήματα.).  

 

► Αιτιολογικές προτάσεις

 

· Οι αιτιολογικοί σύνδεσμοι δε συμπίπτουν απόλυτα ως προς τη χρήση, αφού δεν μπορούν να αντικατασταθούν ελεύθερα ο ένας από τον άλλο.

 

· Η πιο συνηθισμένη θέση των αιτιολογικών επιρρηματικών προτάσεων είναι να ακολουθούν την κύρια πρόταση (π.χ. Δε βγήκα έξω, γιατί κάνει κρύο.).

 

· Η πρόταξη της αιτίας είναι δυνατόν να συνδέεται με κάποιες επιπλέον κειμενικές λειτουργίες των συγκεκριμένων επιρρηματικών προτάσεων και γίνεται χρησιμοποιώντας το σύνδεσμο επειδή στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

1)     Όταν θέλει να προβάλλει την αιτία ως σημαντική και νέα πληροφορία (π.χ. Επειδή εργάστηκε πολλές ώρες το σαββατοκύριακο, τη Δευτέρα ξεκίνησε την εβδομάδα του κουρασμένος.).

2)     Όταν στην αιτιολογική πρόταση υπάρχουν πληροφορίες που συνδέονται με το αμέσως προηγούμενο κείμενο (π.χ. Κάθε χρόνο αυξάνεται το ποσοστό των νέων που φοιτούν στα ξένα πανεπιστήμια. Επειδή αυτό έχει αποτέλεσμα την εκροή συναλλάγματος, η κυβέρνηση αποφάσισε την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων.).

3)     Όταν το αιτιακό γεγονός αποτελεί το πλαίσιο ή την αρχή, με βάση την οποία θα ερμηνευτεί και θα κατανοηθεί το αποτέλεσμα (π.χ. Επειδή έχουμε αυτά τα δεδομένα, περιμένουμε και την ανάλογη συμπεριφορά.).

4)     Σε περιπτώσεις διαλόγου και σε ελλειπτικό λόγο (π.χ. –Γιατί θέλετε αυτό το Σαββατοκύριακο να έρθουμε στην εξοχή;-Επειδή θα κάνει καλό καιρό και θα έχουμε και μεγάλη παρέα.).Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και το γιατί.

Γ. Αναλύοντας το κείμενο στα συστατικά του

 

► Ένα κείμενο μπορεί να αναλυθεί με παραγωγική μέθοδο, αρχίζοντας από τη μακροδομή του, και στη συνέχεια να οδηγηθούμε στις παραγράφους, τις περιόδους, τις προτάσεις και τέλος τις λέξεις, όπως μπορεί να αναλυθεί και αντίστροφα, από τις λέξεις στη δομή ολόκληρου του κειμένου (επαγωγική μέθοδος).

 

 

Δ. Λεξιλόγιο

 

Ομόηχες και παρώνυμες λέξεις

 

·  Οι ομώνυμες ή ομόηχες λέξεις, που έγιναν πολύ περισσότερες με τις λόγιες λέξεις που μπήκαν στη γλώσσα μας, προφέρονται το ίδιο, διαφέρουν όμως ως προς τη σημασία και ως προς την ορθογραφία. Δίνονται μερικά ζευγάρια από ομόηχες λέξεις: δανεικός-δανικός, στίχος(σειρά από λέξεις)-στοίχος(οποιαδήποτε άλλη σειρά), τοίχος-τείχος, λίρα-λύρα, κρητικός-κριτικός κτλ.

 

· Οι παρώνυμες λέξεις συχνά δεν έχουν καμιά νοηματική σχέση μεταξύ τους και μερικές φορές, επειδή μοιάζουν κάπως στην προφορά, δεν τις ξεχωρίζουμε και τις μπερδεύουμε. Παρώνυμα είναι: στερώ-υστερώ, φτηνός-φτενός, κυματίζω-κυμαίνομαι, εκατόμβη-κατακόμβη, χαραμάδα-χαραματιά κτλ.

 

· Τα τονικά παρώνυμα διαφέρουν στον τονισμό αλλά και στην ορθογραφία: μαγιά-μάγια, νόμος-νομός, ράφι-ραφή, πίνω-πεινώ, μεταλλείο-μετάλλιο, χώρια-χωριά, ζητώ-ζήτω, σφαγείο-σφάγιο κτλ.

 

 

Ανακεφαλαίωση της ενότητας

 

 

 

 

     Δευτερεύουσες τελικές προτάσεις                            Δευτερεύουσες αιτιολογικές προτάσεις

 

 

 

           Επιρρηματικές                                                                 Επιρρηματικές

 

 

 

v           Δηλώνουν σκοπό                                                             Δηλώνουν αιτία

 

v  Εισάγονται με τους συνδέσμους                                 Εισάγονται με τους συνδέσμους

                      για να, να                                                 γιατί, διότι, επειδή, καθώς, εφόσον, 

                                                                                                      αφού, μια και, που    

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               

 

 

 

v  Κατανοούμε ένα κείμενο καλύτερα, αν το αναλύσουμε στα συστατικά του, δηλαδή αν βρούμε το θεματικό πεδίο, το ειδικό θέμα που θίγει και τις θεματικές ενότητες του κειμένου.

 

v  Οι λέξεις πιο και ποιο λέγονται ομόηχες ή ομώνυμες, γιατί έχουν την ίδια προφορά και διαφορετική σημασία.

 

v  Οι λέξεις σχόλιο και σχολείο λέγονται τονικά παρώνυμα, γιατί μοιάζουν στην προφορά, έχουν διαφορετικές σημασίες, διαφορετική ορθογραφία και τονισμό.

6η ΕΝΟΤΗΤΑ

 

Β. Χρονικές και υποθετικές προτάσεις

 

► Χρονικές προτάσεις

 

·    Οι επιρρηματικές χρονικές προτάσεις περιγράφουν ένα γεγονός που έγινε πριν (προτερόχρονο) (π.χ. Όταν έρθεις, φέρε μου μια εφημερίδα.) μετά (υστερόχρονο) (π.χ. Να το σκεφτείς καλά, πριν αποφασίσεις.) ή την ίδια χρονική στιγμή (ταυτόχρονο) (π.χ. Ενώ διάβαζε, άκουγε και μουσική.) με το γεγονός που περιγράφει η κύρια από την οποία εξαρτώνται.

 

·    Οι χρονικές προτάσεις εισάγονται με χρονικούς συνδέσμους αλλά και με επιρρηματικές φράσεις που δείχνουν χρόνο (π.χ. κάθε φορά που, από τότε που κτλ.).

 

 

► Υποθετικές προτάσεις

 

Υποθετικοί λόγοι

 

1)       Υποθετικός λόγος που εκφράζει το πραγματικό

Το ρήμα της υποθετικής πρότασης μπορεί να είναι σε οποιοδήποτε χρόνο και ποιόν ενέργειας και το ρήμα στην απόδοση είναι είτε στον ίδιο χρόνο με της υπόθεσης είτε σε προστακτική ή υποτακτική (π.χ. Αν αργήσεις,να με ειδοποιήσεις / Αν θέλεις, πάρε με τηλέφωνο.).

 

2)       Υποθετικός λόγος που εκφράζει το αντίθετο του πραγματικού

Το ρήμα της υποθετικής πρότασης βρίσκεται στον παρατατικό ή στον υπερσυντέλικο (κάποιες φορές με το θα) και το ρήμα της απόδοσης σε παρατατικό ή υπερσυντέλικο συνοδευόμενο από το θα (π.χ. Αν με ειδοποιούσες έγκαιρα, θα προλάβαινα να έρθω κι εγώ.).

 

 

 

Γ. Υπώνυμα – Ορισμός

 

► Υπώνυμα

 

Μια λέξη μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη έννοια, δηλαδή να είναι υπώνυμό της (π.χ. η λέξη σκύλος είναι υπώνυμο της λέξης ζώο) και πολλές λέξεις έχουν πολλά υπώνυμα (π.χ. υπώνυμα της λέξης ζώο είναι και τα γάτα, πρόβατο, ελέφαντας, φίδι και πολλά άλλα.).

 

 

 

Ορισμός

 

Για να ορίσουμε μια λέξη,

α)    βρίσκουμε ποιας λέξης είναι υπώνυμη, δηλαδή σε ποια ευρύτερη κατηγορία εννοιών ανήκει

και

β)   τα στοιχεία που την ξεχωρίζουν από τις άλλες λέξεις που είναι επίσης υπώνυμες της ίδιας ευρύτερης έννοιας, δηλαδή την ειδοποιό διαφορά [π.χ. το αυτοκίνητο είναι μεταφορικό μέσο (ευρύτερη έννοια) που κινείται σε δρόμο (η διαφορά του από τα άλλα μέσα μεταφοράς, αεροπλάνο, τρένο κτλ.)].

 

 

 

Ανακεφαλαίωση της ενότητας

 

v  Οι φράσεις που περιέχουν χρονικές ενδείξεις είναι απαραίτητες σε πολλά είδη κειμένων και ιδιαίτερα στα αφηγηματικά.

 

v  Ένας τρόπος, για να δείξουμε το χρόνο, είναι οι χρονικές προτάσεις.

 

v  Σύνδεσμοι που χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε:

        το ταυτόχρονο: εκεί που, ενώ, ενόσω, καθώς, όσο, όποτε, όταν, σαν

        το προτερόχρονο: άμα, αφού, αφότου, μόλις, μετά που, όποτε, όταν, σαν

        το υστερόχρονο:    μέχρι να/που, όσο να/που, πριν (να), προτού (να), ωσότου (να),

                                       ώσπου (να), όποτε, όταν

 

v  Ένα ζευγάρι προτάσεων, στο οποίο η μία πρόταση αποτελεί όρο για να ισχύσει η άλλη, είναι ένας υποθετικός λόγος.

 

v  Αν έρθεις, θα περάσουμε καλά.                         πραγματικό

       Αν είχες έρθει, θα περνούσαμε καλά.                αντίθετο του πραγματικού

 

v  Η λέξη σκύλος είναι υπώνυμο της λέξης ζώο, γιατί η λέξη σκύλος ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία ζώο.

 

v  Για να ορίσουμε μια λέξη:

        α)  πρέπει να την εντάξουμε σε μια γενικότερη έννοια,

        β)  πρέπει να προσθέσουμε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της που την ξεχωρίζουν από τις                                               άλλες λέξεις που εντάσσονται στην ίδια γενικότερη έννοια.

 

 

 

 

 

7η ΕΝΟΤΗΤΑ

 

 

Β. Αποτελεσματικές και εναντιωματικές προτάσεις

 

► Αποτελεσματικές προτάσεις

 

Για να εκφράσουμε το αποτέλεσμα, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα ακόλουθα μέσα:

 

·        ειδικές λέξεις / ρηματικές περιφράσεις (π.χ. Έχουν ασχοληθεί πολύ με το αντικείμενο της έρευνάς τους, με αποτέλεσμα να έχουν σίγουρη την επιτυχία.)

 

·        προτασιακά επιρρήματα έτσι, επομένως, συνεπώς, κατά συνέπεια, ως εκ τούτου κτλ. (π.χ. Ο καιρός, όπως βλέπετε, χάλασε. Έτσι, δε θα πάμε την προγραμματισμένη εκδρομή.)

 

·        Συνδέσμους που εισάγουν τις αποτελεσματικές προτάσεις ώστε, που, ώστε να, που να, να

      (π.χ. Δεν είναι τόσο ανόητος, να τα ομολογήσει όλα.)

 

Στην περίπτωση που επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε αποτελεσματικές προτάσεις, τονίζουμε τα αποτελέσματα και τις συνέπειες στα οποία οδηγούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ποιοτικά και ποσοτικά) του γεγονότος. Έτσι, στην κύρια πρόταση συναντάμε συχνά τις αντωνυμίες τόσος και τέτοιος ή το επίρρημα τόσο ή ισοδύναμες εκφράσεις, όπως με τρόπο που, (π.χ. Είναι τέτοια η αναίδειά της που δεν αντέχεις να την ακούς.).

 

Εναντιωματικές προτάσεις

 

·        Εναντιωματικές ή παραχωρητικές ή ενδοτικές προτάσεις λέγονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που εισάγονται με τους συνδέσμους αν και, ενώ, μολονότι, κι ας, και που, μόλο που, καθώς και με τα παρά το ότι, παρότι, παρόλο που, παρά το γεγονός κτλ.

      (π.χ. Και που τον κάλεσαν, πάλι δεν παρευρέθηκε.).

·        Συνήθως η εναντιωματική πρόταση προηγείται της κύριας, αλλά είναι δυνατή και η αντίστροφη σειρά.

·        Εναντίωση υπάρχει όταν δύο γεγονότα θα περιμέναμε να αποκλείουν το ένα το άλλο, αλλά παρ’ όλα αυτά συμβαίνουν και τα δύο. Είναι φανερό ότι αυτή η αντίφαση υφίσταται όταν τα δύο γεγονότα συνυπάρχουν, όταν δηλαδή γίνονται ταυτόχρονα. Αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο χρονικοί σύνδεσμοι που δηλώνουν το ταυτόχρονο χρησιμοποιούνται και για τις εναντιωματικές προτάσεις (π.χ. Ενώ (αν και) ξέρει ότι δεν μου αρέσει το παστίτσιο, το μαγειρεύει κάθε εβδομάδα.).

 

 

Γ. Μετωνυμία

 

Μετωνυμία λέγεται το σχήμα λόγου κατά το οποίο μια έννοια εκφράζεται με λέξη που έχει άλλη σημασία, η οποία όμως σχετίζεται στενά με την πρώτη. Σε αυτή χρησιμοποιούνται:

 

·        το όνομα εκείνου που συνέθεσε, δημιούργησε, ανακάλυψε κάτι αντί για τη λέξη που φανερώνει το έργο, το δημιούργημα, το εφεύρημα, π.χ. Του αρέσει  ο Καβάφης (= τα ποιήματα του Καβάφη)

 

·        παρόμοια χρησιμοποιείται και το όνομα ενός προσώπου (θεού ή ήρωα) αντί για ένα επίθετο ή ένα χαρακτηρισμό που ταιριάζει ιδίως στο πρόσωπο αυτό, π.χ. Είναι δυνατός, αλλά τέτοιος Ηρακλής σαν το Γιώργο δεν υπάρχει άλλος (= πολύ δυνατός)

 

·        η λέξη που φανερώνει εκείνο που περιέχει κάτι αντί για τη λέξη που δηλώνει το περιεχόμενό του ή αντίστροφα, π.χ. Ήπιε πολλά ποτηράκια και ζαλίστηκε (= πολύ κρασί)

 

·        το αφηρημένο αντί για το συγκεκριμένο όνομα ή αντί για το συγκεκριμένο επίθετο π.χ. Με τη Μαρία είμαστε μια ηλικία (= συνομήλικες).

 

 

 

 

 

Ανακεφαλαίωση της ενότητας

 

Δευτερεύουσες αποτελεσματικές προτάσεις
Δευτερεύουσες εναντιωματικές προτάσεις
Δηλώνουν τις συνέπειες ή τα αποτελέσματα
ενός γεγονότος.
Δηλώνουν αντίθεση ή εναντίωση προς ένα γεγονός ή ένα ενδεχόμενο.
Εισάγονται με τους συνδέσμους: ώστε, που,
ώστε να
Εισάγονται με τους συνδέσμους: ενώ, μολονότι, αν και, και ας, παρόλο που κτλ.

 

 

v  Όταν λέμε: «Στην Εθνική Πινακοθήκη εκτίθεται ένας Θεοτοκόπουλος» εννοούμε ότι εκτίθεται ένας ζωγραφικός πίνακας του Θεοτοκόπουλου.

Το σχήμα λόγου που χρησιμοποιήσαμε στην περίπτωση αυτή ονομάζεται μετωνυμία.

 

 

 

 

8η ΕΝΟΤΗΤΑ

 

Β. Μόρια

 

Τα πιο συνηθισμένα μόρια (και κάποιες από τις σημασίες τους) είναι:

να (τελικός σύνδεσμος, βουλητικό, δεικτικό, ευχετικό, ερωτηματικό, υποθετικό, δυνητικό κ.ά.),

θα (μελλοντικό, δυνητικό, πιθανολογικό), ας (δηλώνει συνήθως προτροπή, συγκατάθεση, ευχή κ.ά.), αν (δηλώνει συνήθως υπόθεση, ερώτηση, ευχή), μα (αντιθετικός σύνδεσμος, ορκωτικό μόριο), για (πρόθεση, προτρεπτικό, διαχωριστικός σύνδεσμος), δε(ν), μη(ν), μήπως (σύνδεσμος, διστακτικό επίρρημα), και, πριν (χρονικό επίρρημα, χρονικός σύνδεσμος), σαν (ομοιωματικό, αιτιολογικός και χρονικός σύνδεσμος), ως, μόνο (αντιθετικός σύνδεσμος, ποσοτικό επίρρημα), καθώς (τροπικό επίρρημα, χρονικός σύνδεσμος), μόλις (χρονικό ή τροπικό επίρρημα και χρονικός σύνδεσμος), που (αναφορική αντωνυμία, τοπικό επίρρημα: όπου, ειδικός, αιτιολογικός, αποτελεσματικός σύνδεσμος), παρά (πρόθεση, αντιθετικός, συγκριτικός σύνδεσμος), ακόμα, αλλά, άραγε, γιατί, δήθεν, δίχως, είθε, είτε, εκτός, έτσι, καν, κι αν, κι ας, κιόλας, λοιπόν, μακάρι, μάλιστα, μπα, ναι, ντε, όμως, όποτε, όπως (τροπικό και χρονικό), όσο, όταν, ότι, ούτε, πάλι, πια, πιο, πότε, πού, προτού, πως, πώς, τάχα, τώρα. 

 

Γ. Στίξη

 

1. Βάζουμε κόμμα:

· στην ασύνδετη παράθεση όμοιων όρων της πρότασης,

· στην παράθεση και στην επεξήγηση,

· στην κλητική προσφώνηση (ή στο επιφώνημα),

· στο ασύνδετο σχήμα προτάσεων,

· στην παρατακτική σύνδεση ισοδύναμων προτάσεων με αντιθετικούς και παρατακτικούς συνδέσμους,

· συνήθως στις επιρρηματικές προτάσεις,*

· στις παρενθετικές προτάσεις,

· σε συνδεσμικές φράσεις.

 

 

[ * Κατά κανόνα οι ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις δε χωρίζονται με κόμμα από την κύρια πρόταση, ενώ οι επιρρηματικές χωρίζονται.

Ειδικότερα:

· Οι ειδικές, βουλητικές, πλάγιες ερωτηματικές, επιθετικές αναφορικές (όταν περιέχουν απαραίτητη πληροφορία) δευτερεύουσες προτάσεις δε χωρίζονται με κόμμα από την κύρια πρόταση.

· Οι χρονικές, αιτιολογικές, εναντιωματικές, υποθετικές, τελικές, αποτελεσματικές, επιθετικές αναφορικές (όταν προσθέτουν απλώς μια πληροφορία) δευτερεύουσες προτάσεις συνήθως χωρίζονται με κόμμα. ]

 

 

2. Άνω τελεία χρησιμοποιούμε:

· Για να τονίσουμε την αντίθεση ανάμεσα σε δύο μέρη μιας περιόδου, για να αναδειχτεί το δεύτερο μέρος ως σπουδαιότερο,

· Για να διακρίνουμε τα μέρη μιας περιόδου, όπου το δεύτερο αποτελεί αιτιολόγηση του πρώτου,

· Για να διαχωρίσουμε περιπτώσεις που αναφέρουμε με προσθήκη προσδιορισμών.

 

3. Διπλή (άνω και κάτω) τελεία χρησιμοποιούμε:

· Για να μεταφέρουμε κατά λέξη το λόγο κάποιου άλλου,

· Για να διασαφηνίσουμε κάτι που αναφέραμε προηγουμένως ή να απαριθμήσουμε τα μέρη ενός συνόλου.

 

4. Το ερωτηματικό το χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε απορία ή αμφιβολία.

 

5. Το θαυμαστικό το χρησιμοποιούμε στο τέλος μιας επιφωνηματικής περιόδου και δηλώνει πάντα κάποιο συναίσθημα.

 

6. Η παρένθεση περιέχει δευτερεύον, πρόσθετο υλικό.

 

7. Τα αποσιωπητικά υπονοούν κάτι ευνόητο, δημιουργούν κατάσταση ευφυολογήματος, υποδηλώνουν την απουσία μέρους λόγου.

 

8. Η διπλή παύλα επεξηγεί ή εφιστά την προσοχή μας, αναδεικνύει αυτό που περικλείει.

 

9. Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται για να επιστήσουν την προσοχή μας στην ιδιαιτερότητα του τμήματος λόγου που ακολουθεί (είτε πρόκειται για παράθεση κατά λέξη των λόγων κάποιου άλλου είτε πρόκειται για κάτι που γράφεται ειρωνικά ή με άλλη από την αρχική του σημασία κτλ.).

 

 

 

Δ. Σχήματα λόγου

 

 

Μεταφορά λέγεται το σχήμα λόγου κατά το οποίο η σημασία μιας λέξης επεκτείνεται αναλογικά και σε άλλες συγγενικές λέξεις, π.χ. άγρια χαρά. Ανάμεσα στις δύο έννοιες πρέπει να υπάρχει μια κοινή ιδιότητα την οποία ο αναγνώστης καλείται να μαντέψει.

 

 

Συνεκδοχή έχουμε όταν χρησιμοποιούμε: α) το μέρος αντί για το όλο (π.χ. Δεν είχε κεραμίδι πανω από το κεφάλι του.) β) το ένα αντί για τα πολλά ομοειδή (π.χ. Το 1453 ο Τούρκος κυρίεψε την Πόλη.) γ) η ύλη αντί για το αντικείμενο που είναι φτιαγμένο από το υλικό αυτό (π.χ. τα ασημικά), δ) εκείνο που παράγει την ενέργεια αντί για την ίδια την ενέργεια, δηλαδή το παράγον ή το αίτιο αντί για το παραγόμενο ή το αποτέλεσμα (π.χ. Αχός πολύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.).

 

 

 

Ε. Περίληψη

 

 

Κριτήρια αξιολόγησης της περίληψης:

 

· Να γίνεται κατανοητό το θεματικό κέντρο ή η κύρια θέση του κειμένου.

· Να καταγράφονται οι βασικές ιδέες ή τα επιχειρήματα.

· Να χρησιμοποιείται το κατάλληλο πληροφοριακό ύφος.

· Να εφαρμόζονται σωστά οι γλωσσικοί κανόνες (ορθογραφία, σύνταξη, λεξιλόγιο).

· Να υπάρχει συνοχή στο κείμενο της περίληψης, με τη χρήση συνδετικών λέξεων ή φράσεων, με σύνδεση των νοημάτων κτλ.

 

 

 

Ανακεφαλαίωση της ενότητας

 

v  α.   Τα μόρια είναι     άκλιτα μέρη του λόγου

        β. Η σημασία τους    → εξαρτάται από τα συμφραζόμενα

 

v  Για παράδειγμα, μόρια είναι οι λέξεις να, θα, ας, σαν, για, μα, παρά

 

v  Προφορικός λόγος   Επιτονισμός

        Γραπτός λόγος   Σημεία στίξης

 

v  Όταν στο λόγο χρησιμοποιούμε τις λέξεις / φράσεις όχι με την κύρια σημασία τους αλλά με κάποια διαφορετική, τότε χρησιμοποιούμε σχήματα λόγου.

Έτσι, για παράδειγμα, όταν λέμε σε κάποιον:«Τι έξυπνος που είσαι!», μπορεί να μιλάμε κυριολεκτικά είτε να χρησιμοποιούμε την ειρωνεία. Ποιο από τα δύο ισχύει εξαρτάται από την επικοινωνιακή περίσταση.

 

v  Για να κάνω την περίληψη ενός κειμένου, πρέπει:

1)   να κατανοήσω το αρχικό κείμενο,

2)   να μελετήσω τη δομή του,

3)   να εντοπίσω τα βασικά στοιχεία κάθε ενότητας,

4)   να τα αποδώσω σε ένα νέο κείμενο που να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο παράγεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου