Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

ΧΡΗΣΙΜΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ

ΤΚ-ΚΚ

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ

Α
αβουλία: έλλειψη βούλησης
αγελαίος, -α, -ο: κοινός, χυδαίος
αγοραίος, -α. -ο: χυδαίος, πρόστυχος
αδέκαστος, -η, -ο: αδωροδόκητος, αδιάφθορος
άδηλος, -η, -ο: ο μη φανερός, ο ασαφής, ο αβέβαιος
αδήριτος, -η, -ο: που επιβάλλεται., ακατανίκητος, επιτακτικός (κυρίως: ανάγκη)
αδιάβλητος, -η, -ο: που δεν επιδέχεται διαβολή, κατηγορία, ο ανεπίληπτος
αδιάλειπτος, -η, -ο: που γίνεται διαρκώς, συνεχής, αδιάκοπος
αδιάλλακτος, -η, -ο: που είναι απρόθυμος για συμβιβασμό, άκαμπτος, ανένδο­τος
αδιάσειστος, -η, -ο: ατράνταχτος, ακλόνητος, σταθερός
αδρανοποίηση, η: το να καθιστά κάποιος αδρανή κάποιον άλλο ή τον εαυτό του
αδυσώπητος, -η, -ο: που δεν κάνει καμία απολύτως υποχώρηση, ο ανελέητα σκληρός, αμείλικτος
αθετώ: παραβαίνω, καταπατώ όρκο, υπόσχεση, νόμο
αθρόος, -α, -ο: που εμφανίζεται κατά σύνολο, πολύς, άφθονος, ομαδικός
αθυρόστομος, -η, -ο: που δεν κρατά τη γλώσσα του, φλύαρος, αναιδής
αίγλη, η: φως, λάμψη, ακτινοβολία / (μτφ.) δόξα, γοητεία
αίρω: υψώνω, αφαιρώ, καταργώ, παύω, ανακαλώ
ακατάληπτος, -η, -ο: που δεν μπορεί να τον καταλάβει κανείς, ακατανόητος
άκρατος, -η, -ο: που χαρακτηρίζεται, από γνησιότητα, αγνός, ακραιφνής, ανό­θευτος, αμιγής
αλληλουχία, η: η συνεχεία, η χρονική ακολουθία αλλά και η αιτιώδης σχέση των πραγμάτων ή καταστάσεων
αλλοτρίωση, η: η αίσθηση της αποξένωσης του ανθρώπου από τον εαυτό του και τον κόσμο που τον περιβάλλει, η απώλεια στοιχείων τής προσωπικότητάς του, με αποτέλεσμα να καταλήγει ξένος ή κατώτερος ως προς αυτό που ήταν / (ειδικότερα – κοινωνιολογικά) η αποξένωση του ανθρώπου, που εκδηλώνεται ως σύγκρουση είτε του εαυτού του σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο στο οποίο ανήκει είτε ως σύγκρουση με τον κοινωνικό ρόλο του είτε ως διάσταση ανάμεσα στην ιδέα που έχει για τον εαυτό του και την πραγματική του κατάσταση / (γενικότερα) η υπαγωγή του εαυτού μας σε άλλους, η εξάρτηση, η υποδούλωση που συνεπάγεται απώλεια βασικών γνωρισμάτων της προσωπικότητάς μας / η αλλοίωση των αυθεντικών χαρακτηριστικών υπό την επίδραση ξενικών στοιχείων
αλτρουισμός, ο: ανυστερόβουλη φροντίδα για το καλό των άλλων
αλώβητος, -η, -ο: που δεν έχει τραυματιστεί, αβλαβής, απείραχτος, άθικτος, ακέραιος
αμβλύνω: (μτφ.) εξασθενίζω, ελαττώνω την οξύτητα, την ένταση
αμείλικτος, -η, -ο: που είναι σκληρός, αδυσώπητος
αμοραλισμός, ο: ανηθικότητα, έκλυση ηθών
αναίρεση, η: ανασκευή, ανατροπή ισχυρισμού, επιχειρημάτων
αναλγησία, η: αναισθησία στον πόνο / (μτφ.) έλλειψη συμπόνιας
αναμοχλεύω: (μτφ.) ανασκαλεύω, αναζωπυρώνω
αναπόδραστος, -η, -ο: αναπόφευκτος
αναστέλλω: σταματώ ενεργεία ή κίνηση, ανακαλώ
ανασχετικός, -ή, -ό: που είναι ικανός να προκαλέσει αναχαίτιση, ανασταλτικός
αναψυχή, η: χαλάρωση, ψυχαγωγία
ανειλημμένος, -η, -ο: που έχει αναληφθεί, που έχει γίνει δεκτός
ανέκκλητος, -η, -ο: που δεν μπορεί να ανακληθεί, να ακυρωθεί, τελεσίδικος,
οριστικός
ανέλιξη, η: προαγωγή, εξέλιξη
ανενδοίαστος, -η, -ο: που δεν έχει ενδοιασμούς, αδίστακτος
ανεπιτήδευτος, -η, -ο: που είναι φυσικός, απροσποίητος
ανερμάτιστος, -η, -ο: (μτφ.) ασταθής, άστατος
αντινομία, η: αντιφατικότητα
απαλείφω: σβήνω, διαγράφω, ακυρώνω, καταργώ
απαράγραπτος, -η, -ο: που δεν παραγράφεται, δεν καταργείται
απαράμιλλος, -η, -ο: που δε συγκρίνεται, άφθαστος, ασυναγώνιστος
απαρέγκλιτα: χωρίς παρέκκλιση, εκτροπή
απεμπόληση, η: παραχώρηση των δικαιωμάτων μου ή προδοσία για ιδιοτελείς σκοπούς, ξεπούλημα
απέριττος, -η, -ο: που είναι απλός, λιτός
απερίφραστος, -η, -ο: που λέγεται χωρίς περιφράσεις, σαφής, κατηγορηματι­κός
απηνής, -ής, -ές: σκληρός, αμείλικτος
απιθώνω: τοποθετώ, ακουμπώ
αποδιοπομπαίος: αυτός που διώχνεται από παντού, εξιλαστήριο θύμα
απορρέω: πηγάζω, προκύπτω
αποσαθρώνω: κάνω κάτι εντελώς σαθρό, σαπίζω, αλλοιώνω
αποσόβηση, η: απομάκρυνση κίνδυνου, αποτροπή κακού
αποσύνθεση, η: (μτφ.) διάλυση οργανωμένου συνόλου, απαρχή σήψης
αποτελμάτωση, η: αδράνεια, στασιμότητα
αποτρόπαιος, -η, -ο: που προκαλεί αποστροφή, απαίσιος, αποκρουστικός, φρι­καλέος
αποφαίνομαι: λέω τη γνώμη μου, εκδίδω απόφαση
αποχαυνώνω: κάνω κάποιον χαύνο, άτονο και αδρανή
αποψίλωση, η: αφαίρεση ή καταστροφή της βλάστησης που καλύπτει μία έ­κταση, (γεν.) απογύμνωση, καταστροφή
απρόσκοπτος, -η, -ο: που γίνεται χωρίς εμπόδια, ανεμπόδιστος, ακώλυτος
άρδην (επίρρ.): από τα θεμέλια, πέρα για πέρα
αρραγής, -ής, -ές: που δε σπάζει, δε ραγίζει, άθραυστος
άρση, η: ανύψωση, κατάργηση
αρτιότητα, η: ακεραιότητα, τελειότητα
αρχέγονος, -η, -ο: που υπάρχει εξαρχής, παλιός, πρωτόγονος
αρχέτυπο, το: πρότυπο, υπόδειγμα
ασυδοσία, η: ανεξέλεγκτη ελευθερία λόγων ή πράξεων
άτεγκτος, -η, -ο: που δεν εμφανίζει ελαστικότητα, άκαμπτος, σκληρός, αμείλικτος
ατελέσφορος, -η, -ο: που δεν έχει ή δεν μπορεί να φέρει αποτέλεσμα, μάταιος
άτρωτος, -η, -ο: που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να πληγωθεί, απρόσβλητος
αυθεντία, η :  ο ειδήμων, ο ειδικός σε ένα θέμα-αντικείμενο
αυθύπαρκτος, -η, -ο: που υπάρχει από μόνος του, με αυτοτελή υπόσταση
αυτάρκης, -ης, -ες: που με τις δικές του μόνο δυνάμεις μπορεί να έχει όσα του είναι αναγκαία, οικονομικά ανεξάρτητος
αυτόνομος, -η, -ο: που διοικείται με δικούς του νόμους, ανεξάρτητος
αυτοπροαίρετος, -η, -ο: που ενεργεί ελεύθερα, με τη θέληση του
αυτοτελής, -ής, -ές: που λειτουργεί χωρίς εξάρτηση, ανεξάρτητος, ελεύθερος
άφατος, -η, -ο: που δεν μπορεί να ειπωθεί, άρρητος
αφειδώς (επίρρ.): χωρίς φειδώ, απλόχερα, σπάταλα
αφελληνισμός, ο: η εξάλειψη των ελληνικών χαρακτηριστικών, της ελληνικότητας
αφόρητος, -η, -ο: που δεν μπορεί να τον υποφέρει κανείς, ανυπόφορος, αβάσταχτος
αφύπνιση, η: αναζωογόνηση, διέγερση, ξύπνημα


Β
βαθμιαίος, - α, -ο: σταδιακός
βαθμοθηρία, η: το κυνήγι υψηλού βαθμού
βανδαλισμός, ο: βαρβαρότητα, καταστροφή έργων Τέχνης
βιοτικός, - ή, -ό: ο σχετικός με τη ζωή, ο απαραίτητος για τη ζωή
βουλητικός, -ή, -ό: που ανήκει ή αναφέρεται στη βούληση, (για πρόσ.) που έχει  ισχυρή θέληση
βουλιμία , η: ακόρεστη πείνα, αδηφαγία, έντονη επιθυμία, λαχτάρα
βρίθω: είμαι γεμάτος
βαυκαλίζομαι: ξεγελώ τον εαυτό μου, στρουθοκαμηλίζω
βιαιοπραγώ : προβαίνω σε βίαιες πράξεις
βολιδοσκοπώ: (μτφ.) εξετάζω το έδαφος, προετοιμάζω
βυσσοδομώ: μηχανεύομαι, ραδιουργώ, συνομοτώ, δολοπλοκώ


Γ
γαλουχώ: (μτφ.) ανατρέφω, διαπαιδαγωγώ
γενεσιουργός, -ός, -ό: ο αίτιος δημιουργίας, δημιουργός
γειτνίαση, η: αναλογία, γειτονία
γεφυρώνω: συμβιβάζω αντίθετες απόψεις
γλίσχρος, -α, -ο: φειδωλός, φτωχός, ανεπαρκής, λιγοστός, ανάξιος λόγου


Δ
δαψιλώς (επίρρ.): άφθονα, πλουσιοπάροχα
δεισιδαιμονία, η: παράλογος φόβος για υπερφυσικές δυνάμεις
δεοντολογία, η: το σύνολο των κανόνων με τους οποίους ρυθμίζεται ορισμένος  κύκλος ενεργειών, καθηκοντολογία
δεσποτισμός, ο: αυταρχικός τρόπος συμπεριφοράς, αυθαιρεσία
δηκτικός, -ή, -ό: προσβλητικός, χλευαστικός, σαρκαστικός
δημαγωγία, η: παραπλάνηση, εξαπάτηση, κολακεία λαού
δημογραφικός, -ή, -ό: που έχει. σχέση με τη σύνθεση και τις μεταβολές του   πληθυσμού
διαβολή, η: συκοφαντία
διαβουκόληση, η: εξαπάτηση, παραπλάνηση
διάβρωση, η: καταστροφή, φθορά
διαγκωνίζομαι: σπρώχνω με τους αγκώνες, συνωστίζομαι
διαιωνίζω: διατηρώ κάτι στην αιωνιότητα, παρατείνω απεριόριστα
διεμβολίζω : πλήττω με έμβολο, διατρυπώ
διακριτικός, -ή, -ό: που επιτρέπει τη διάκριση, χαρακτηριστικός, (για προσ.) που συμπεριφέρεται με ευγενικούς, λεπτούς τρόπους
διαλλακτικός, -ή, -ό: συμβιβαστικός, συμφιλιωτικός
διασάφηση, η: διευκρίνιση
διατάσσω: προστάζω, τακτοποιώ, διευθετώ
διάχυτος, -η, -ο: που διαχέεται παντού, διασκορπισμένος, διαδεδομένος
διεγείρω: τονώνω, εξεγείρω, εξάπτω, προκαλώ
διεκπεραιώνω: φέρνω κάτι σε πέρας
διένεξη, η: φιλονικία, διαμάχη
δίνη, η: στρόβιλος / (μτφ.) μεγάλη αναστάτωση
διττώς (επίρρ.): με δύο τρόπους
διυλίζω : φιλτράρω, διηθώ / (μτφ.) εξετάζω κάτι, πολύ προσεκτικά
δυσεπίλυτος, -ή, -ό: αυτός που λύνεται δύσκολα

Ε
εγγενής, -ής, -ές: που υπάρχει από τη γέννηση, έμφυτος, φυσικός
εγκύπτω: επιδίδομαι με ιδιαίτερο ζήλο
εγκωμιάζω: επαινώ υπερβολικά, εκθειάζω, εξυμνώ
εγρήγορση, η: η κατάσταση του άγρυπνου, ετοιμότητα
ειδεχθής, -ής, -ές: αποκρουστικός, σάπιος, απεχθής
εικαστικός, -ή, -ό: που μορφοποιεί την ύλη, απεικονιστικός
ειρμός, ο: σύνδεση, ακολουθία νοημάτων
έκταση, η: κατάληξη, αποτέλεσμα
εκθειάζω: επαινώ υπερβολικά, εγκωμιάζω
εκκεντρικότητα, η: ιδιοτροπία, παραξενιά
εκλαϊκεύω: απλουστεύω κάτι, ώστε να γίνεται αντιληπτό από το λαό
έκλυση, η: απελευθέρωση, χαλάρωση / (μτφ.) παραλυσία, εξαχρείωση
εκμαυλίζω: παρασύρω στη διαφθορά
εκποιώ: ξεπουλώ
έκφανση, η: εκδήλωση, έκφραση
εκφυλίζω: μεταβάλλω τη φύση τον οργανισμού / (μτφ.) αλλοιώνω
ελατήριο, το: (μτφ.) το αίτιο που ωθεί σε μία ενεργεία
έλευση, η: άφιξη, ερχομός
έλλογος, -η, -ο: που έχει λόγο, νόηση, ο σύμφωνος με τη λογική
ελλοχεύω: ενεδρεύω, παραμονεύω
έμμονος, -η, -ο: που παραμένει σταθερός, διαρκής, επίμονος
εμπεδώνω: στερεώνω, σταθεροποιώ
εμφιλοχωρώ: εισχωρώ, παρεισδύω, παρεισφρέω / ασχολούμαι ευχάριστα με κάτι
εμφορούμαι: κατέχομαι από συναίσθημα, ιδέα κτλ
έναυσμα, το: (μτφ.) ό,τι προκαλεί, διεγείρει
ένδεια, η: στέρηση, έλλειψη, φτώχεια
ενδελεχής, -ής, -ές: που γίνεται με διαρκή και άοκνη φροντίδα, συνεχής, αδιά­λειπτος / (μτφ.) επιμελής
ενδοιασμός, ο: δισταγμός, αμφιβολία
ενστερνίζομαι: αγκαλιάζω / (μτφ.) αποδέχομαι με θέρμη
εξανδραποδίζω: υποδουλώνω
εξανίσταμαι: πετιέμαι όρθιος, εξεγείρομαι
έπαρση, η: ανύψωση, εξύψωση
εξαχρείωση, η: ηθική διαφθορά
εξεζητημένος, -η, -ο: που χαρακτηρίζεται από υπερβολική φροντίδα για το τέλειο ή το  ασυνήθιστο, επιτηδευμένος, προσποιητός
έξη, η: συνήθεια
εξουθενώνω: εκμηδενίζω, εξευτελίζω, ταπεινώνω
εξωγενής, -ής, -ές: που προέρχεται από εξωτερικές αιτίες
εξωραΐζω: καλλωπίζω, ευπρεπίζω
επαγγέλλομαι: υπόσχομαι, ασκώ επάγγελμα
επαίρομαι: καυχιέμαι
επαΐων, ο: ο ειδικός, ο γνώστης
επάλληλος, -η, -ο: που ο ένας βρίσκεται πάνω στον άλλο, που γίνεται κατ'  επανάληψη
επαχθής, -ής, -ές:  που επιβαρύνει, βαρύς, πιεστικός, δυσβάσταχτος
επιβουλεύομαι: ενεργώ με ύπουλο τρόπο εναντίον κάποιου
επίβουλος, -η, -ο: που ενεργεί κρυφά για να βλάψει κάποιον, δόλιος, ύπουλος
επίκτητος, -η, -ο: που δεν είναι έμφυτος, ο αποκτημένος
επικουρία, η: βοήθεια, συνδρομή
επιστητό, το: το σύνολο των πραγμάτων που μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει επιστημονικά
επίφαση, κατ' επίφαση: η εξωτερική όψη σε αντίθεση με την πραγματικότητα, φαινομενικά
επώδυνος, -η, -ο: που προκαλεί πόνο, οδυνηρός, αλγεινός
έρεισμα, το: υποστήριγμα, βάση
έριδες, οι: φιλονικίες, διενέξεις, προστριβές, καβγάδες
εριστικός, -ή, -ό: που αγαπά τις έριδες
έρμαιο, το: που παρασύρεται από μία κατάσταση, καθετί άβουλο
ετερόκλητος, -η, -ο: που τα στοιχεία του είναι ανομοιογενή
ευάλωτος, -η, -ο: που εύκολα κυριεύεται, τρωτός
εύγλωττος, -η, -ο: που εκφράζεται, με ευχέρεια, ευφράδης, πειστικός
ευδαιμονισμός, ο: (φιλοσ.) ηθικό δόγμα κατά το οποίο το σημαντικότερο αγαθό του ανθρώπου και ο υπέρτατος σκοπός των ενεργειών του είναι η ευδαιμονία/ (κοιν.) θεωρία που προβάλλει ως υπέρτατο αγαθό του ανθρώπου την υλική ευμάρεια, τις υλικές απολαύσεις
ευζωία, η: υλική ευημερία, καλοζωία, καλοπέραση
ευημερία, η: ευπορία, ευζωία, καλοπέραση
ευμάρεια, η: αφθονία υλικών μέσων, άνετη ζωή
ευόδωση, η: αίσια έκβαση, επιτυχία
ευτελίζω: κάνω κάτι ευτελές, φτηνό, τιποτένιο
ευφορία, η: γονιμότητα, αίσθηση ευεξίας
ευχέρεια, η: ευκολία, άνεση
εφαλτήριο, το: (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως βάση για την επίτευξη άλλου σκοπού
εφελκύω και εφέλκω: σύρω κάτι προς το μέρος μου, προσελκύω
εφάμιλλος, -η, -ο: ισάξιος
έφεση, η: ζωηρή επιθυμία, κλίση
εφήμερος, -ή, -ό: βραχύβιος, πρόσκαιρος, παροδικός
εφικτός, -ή, -ό: που μπορεί να γίνει, προσιτός, κατορθωτός
έωλος, -η, -ό: παλιός, παρωχημένος


Ζ
ζενίθ, το: (μτφ.) το ανώτατο σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει κανείς
ζήλος, ο: η έντονη επιθυμία ή προσπάθεια (για την επίτευξη σκοπού), η ενθουσιώδης εργατικότητα και αφοσίωση (σε κάτι)
ζηλόφθονος, -η, -ο: αυτός που αισθάνεται ζήλια η οποία οδηγεί σε φθόνο
ζηλωτής, ο: (μτφ.-κακόσ.) πρόσωπο που ακολουθεί χωρίς παρεκκλίσεις το θρησκευτικό δόγμα στο οποίο ανήκει, ο φανατικός στη θρησκευτική του πίστη/ πρόσωπο που αγωνίζεται με ζήλο για συγκεκριμένο ιδανικό, που αφοσιώνεται με πάθος σε αυτό
ζην, το: η ζωή
ζοφερός, -ή, -ό: ο εξαιρετικά σκοτεινός, ώστε να προκαλεί φόβο/ (μτφ.) αυτός που προκαλεί απαισιοδοξία και ανασφάλεια, που εμπνέει φόβο και ανησυχία
ζύμωση, η: (μτφ.) η εσωτερική διεργασία
ζωογόνος, -α (-ος λογ.): (μτφ.) αυτός που προσφέρει τόνωση και ενίσχυση, κυρίως σε ψυχικό ή ηθικό επίπεδο
ζωτικός, -ή, -ό: (μτφ.) αυτός που είναι θεμελιώδους σημασίας, που έχει αυξημένη και ακθοριστική σημασία
ζωώδης, -ης, -ες: (κακόσ.) αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ανθρωπιάς ή πνευματικής καλλιέργειας

Η
ηγεμονεύω: ασκώ την εξουσία ως ηγεμόνας / (μτφ.) κατέχω κυρίαρχη θέση σε σύνολο
ηγεμονικός, -ή, -ό: ο μεγαλοπρεπής, ο αρχοντικός / (μτφ.) αυτός που χαρακτηρίζεται από πλούτο και γενναιοδωρία ανάλογη ηγεμόνα, πλουσιοπάροχος
ηγεμονισμός, ο: η επιθυμία και η προσπάθεια για επικράτηση και άσκηση κυριαρχικού ελέγχου στους άλλους / (για κράτη) η τάση ισχυρού κράτους να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής του σε άλλα κράτη, ασκώντας πολιτική έμμεσου εξουσιασμού και ελέγχου, κυρίως κατά τρόπο αυταρχικό / (στην πολιτική) η επιδίωξη κοινωνικής ομάδας ή ιδεολογικοπολιτικού χώρου να ελέγξει την εξουσία και τις εξελίξεις μονοπωλιακά, αποκλείοντας συνεργασίες και πιθανούς διεκδικητές
ηγήτορας, ο: πρόσωπο που έχει αρχηγικό ρόλο, που αναγνωρίζεται ως ηγέτης
ηδονή, η: η απόλαυση / (μτφ.) οποιοδήποτε συναίσθημα έντονης ευχαρίστησης
ηδονοθήρας, ο: αυτός που επιζητεί την ηδονή
ηθική, η: κάθε διδασκαλία θρησκείας, ιδεολογίας κ.λπ., η οποία καθορίζει, συνήθως με τη μορφή δόγματος, τι είναι καλό και τι είναι κακό, τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται / το σύστημα κανόνων συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει μια εποχή, μια κοινωνική ομάδα / το σύνολο των αρχών και των αξιών που έχει διαμορφώσει και τηρεί ένα άτομο στην καθημερινή του ζωή / η καλή συμπεριφορά, η ενάρετη διαγωγή / η ποιότητα του χαρακτήρα, το ποιόν του ανθρώπου με βάση τα κίνητρα, τις πράξεις και τις πεποιθήσεις του
ηθοπλαστικός, -ή, -ό: αυτός που συμβάλλει στην ηθική διάπλαση
ήθος, το: το σύνολο των ψυχικών στοιχείων που συναποτελούν το χαρακτήρα ενός ανθρώπου, όπως εκδηλώνεται στη συμπεριφορά του / το σύνολο των ψυχικών και πνευματικών χαρακτηριστικών ενός καλλιεργημένου και αξιοπρεπούς ανθρώπου, τα οποία είναι σύμφωνα με τις επικρατούσες ηθικές αξίες και καθορίζουν τη συμπεριφορά του
ημιαπασχόληση, η: η απασχόληση με μειωμένο ωράριο, η μερική απασχόληση
ηράκλειος, -α, -ο: πολύ μεγάλος, τιτάνιος
ηρωοποιώ: μετατρέπω κάποιον σε ήρωα, θεωρώ κάποιον ήρωα, συνήθως χωρίς να διαθέτει τα ανάλογα προσόντα
ήσσων, -ων, -ον: μικρότερος, λιγότερος / υποδεέδτερος, δευτερεύων / η αρχή της ήσσονος προσπάθειας: η πρακτική τού να καταβάλλει κανείς όσο μικρότερη προσπάθεια γίνεται, προκειμένου να επιτύχει κάτι
ηττοπάθεια, η: η εκ των προτέρων πεποίθηση κάποιου για αρνητική εξέλιξη


Θ
θέαση, η: το αφ’ υψηλού κοίταγμα, εποπτεία
θέλγω: γοητεύω, μαγεύω
θεματοφύλακας, ο: υπερασπιστής ιερών και όσιων
θεμελιακός, -ή, -ό: βασικός, θεμελιώδης
θεμελιώδης, -ης, -ες: βασικός, πρωταρχικός, ουσιαστικός
θεμιτός, -ή, -ό: που επιτρέπεται από το νόμο, δίκαιος
θεσμοθετώ: νομοθετώ, καθιερώνω
θεσμός, ο: κανόνας δίκαιου που καθιερώθηκε από παράδοση ή με κοινή συμ­φωνία, κοινωνική κατάσταση που δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις
θυμικό, το: η ψυχή ως προς το μέρος της που αναφέρεται στο συναίσθημα
θωρακίζω: οπλίζω, ενισχύω




Ι
ίαση, η: θεραπεία, γιατρειά
ιδεοληψία, η: έμμονη ιδέα, περιοδική εμφάνιση και κυριαρχία στη συνείδηση  ορισμένων ιδεών
ιδεολόγημα, το: άποψη ή ιδέα που είναι επινόημα
ιδεώδη, τα: ιδανικά
ιδιοσυγκρασία, η: η ιδιαίτερη οργανική και ψυχολογική σύσταση που χαρακτηρίζει ένα άτομο
ιδιοτελής, -ής, -ές: που αποβλέπει μόνο στο συμφέρον του
ιεράρχηση, η: τοποθέτηση ιδεών, αξιών κτλ. με αξιολογική σειρά
ιερόσυλος, -η, -ο: που κάνει ιεροσυλία, ασεβής, βέβηλος
ιμπεριαλισμός, ο: κατακτητική, επεκτατική πολιτική κράτους σε βάρος άλλων χωρών, επεκτατισμός
ισηγορία, η: ισότητα δικαιωμάτων λόγου
ισονομία, η: ισότητα δικαιωμάτων, ίση αντιμετώπιση από τους νόμους
ισχυροποίηση, η: ενίσχυση, ενδυνάμωση
ιταμότητα, η: αυθάδεια, θρασύτητα


Κ
καθαίρω: καθαρίζω, εξαγνίζω
καινοτόμος, ο: που καινοτομεί, νεοτεριστής, ανανεωτής, μεταρρυθμιστής
καινοφανής, -ής, -ές: που παρουσιάζεται για πρώτη φορά, πρωτοφανής, πα­ράδοξος
καινοθηρία, η: επιδίωξη του νέου, ασυλλόγιστη περιφρόνηση της παράδοσης
καιροσκοπισμός, ο: η επίμονη αναζήτηση ευκαιριών, συνθηκών πρόσφορων για εκμετάλλευση
κακοδαιμονία, η: δυστυχία, κακοτυχία
καλαίσθητος, -η, -ο: που έχει αίσθηση του ωραίου
καπηλεία, η: ιδιοτελής εκμετάλλευση ενός ιδανικού
καπηλεύομαι: εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι, οικειοποιούμαι
καταιγισμός, ο: συγκεντρωτικές βολές εναντίον ορισμένου στόχου, βομβαρδισμός (π.χ. ειδήσεων)
κατακερματισμός, ο: διαίρεση σε μικρά κομμάτια (π.χ. ο κατακερματισμός του σύγχρονου ανθρώπου)
καταλυτικός, -ή, -ό: που επιταχύνει τις εξελίξεις / ο καταστροφικός
καταμαρτυρώ: κατηγορώ ως μάρτυρας, ως γνώστης, ενοχοποιώ
καταξιώνω: κρίνω κάποιον άξιο για κάτι, αναγνωρίζω την αξία κάποιου
καταστέλλω: συγκρατώ, αναχαιτίζω, καταπνίγω, καταπαύω
κατατρύχω: βασανίζω, καταπονώ
καταφάσκω: απαντώ καταφατικά, επιβεβαιώνω, συγκατανεύω
κατίσχυση, η: τελική νίκη, επικράτηση
καχεκτικός, -ή, -ό: ασθενικός
κέλευσμα, το: παράγγελμα, πρόσταγμα
κλυδωνίζομαι: (μτφ.) κλονίζομαι, αμφισβητούμαι
κολασμός, ο: τιμωρία
κονιορτοποίηση, η: εκμηδένιση, εξανέμιση
κορεσμός, ο: υπερπλήρωση, χορτασμός
κοσμογονικός, -ή, -ό: εντυπωσιακός, με νέα χαρακτηριστικά και ιδιότητες (π.χ. κοσμογονικές αλλαγές)
κραταιός, -ά, -ό: που έχει μεγάλη δύναμη, ισχυρός
κυκεώνας, ο: ανάμειξη ανόμοιων πραγμάτων, συνονθύλευμα
κυνισμός, ο: ωμή ειλικρίνεια, αναίδεια, ξεδιαντροπιά
κυοφορώ: εγκυμονώ / (μτφ.) το μέσο: κυοφορούμαι, αναμένομαι
κώλυμα, το: εμπόδιο, πρόσκομμα

Λ
λανθάνω: διαφεύγω την προσοχή, μένω απαρατήρητος
λαϊκισμός, ο : παραφθορά της Δημοκρατίας, προσπάθεια εκμετάλλευσης του λαΪκού αισθήματος για ιδιοτελείς σκοπούς / επιφανειακή μίμηση λαϊκών προτύπων
λεξιθηρία, η: αναζήτηση και χρήση εξεζητημένων λέξεων
λεξιπενία, η: το πενιχρό, φτωχό λεξιλόγιο
λίβελος / λιβελογράφημα, ο / το: υβριστικό και δυσφημιστικό δημοσίευμα
λυδία λίθος, η: πέτρα κατάλληλη για τη δοκιμασία της γνησιότητας των πο­λυτίμων  μετάλλων / (μτφ.) κάθε τρόπος δοκιμασίας
λοιδορώ : χλευάζω
λυμαίνομαι: καταστρέφω, εκμεταλλεύομαι εξαντλητικά
λυσιτελής, -ής, -ές: επωφελής, ωφέλιμος, επικερδής

Μ
μαζοποιημένος, -η, -ο: που έχει ενταχθεί σε ένα αδιάρθρωτο και αδιαφοροποίητο σύνολο προσώπων
ματαιοδοξία, η: έπαρση για μικρά και ασήμαντα πράγματα
μεγαλεπήβολος, -η, -ο: που επιδιώκει ή επιχειρεί μεγάλα και τολμηρά
μεγαλαυχώ: υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι
μέθεξη, η: συμμετοχή, επικοινωνία, διαδικασία ταύτισης του Εγώ με άλλες ιδέες κτλ
μεθοδολογία, η: η συστηματική μελέτη των λογικών αρχών που διέπουν την  επιστημονική έρευνα
μειλίχειος, -ια, -ιο: που είναι ευγενικός και γλυκός στη συμπεριφορά, ήπιος, πράος,  προσηνής, ευπροσήγορος
μεμψιμοιρία, η: γκρίνια
μένος, το: ψυχική ορμή, μίσος
μεταλαμπάδευση, η: μετάδοση γνώσης
μεταρσίωση, η: εξύψωση, ψυχική ανάταση
μεταφυσικός, -ή, -ό: που αναφέρεται σε ζητήματα έξω από την εμπειρία
μετουσιώνω: μεταβάλλω την ουσία
μιλιταρισμός, ο: στρατοκρατία
μισαλλοδοξία, η: μίσος προς αλλόθρησκους ή  προς όσους πρεσβεύουν άλλες αρχές
μνημειακός, -ή, -ό: που έχει τη μεγαλοπρέπεια μνημείου
μονήρης, -ης, -ες: που είναι μοναδικός ή απομονωμένος, μοναχικός
μονολιθικός, -ή, -ό: που αποτελείται από ένα μόνο κομμάτι, μονοκόμματος / (μτφ.)  που μένει άκαμπτος, δογματικός
μύστης, ο: πρόσωπο που έχει κατηχηθεί στα μυστήρια, που κατέχει σε βάθος   επιστήμη ή τέχνη
μύχιος, -ια, -ιο: που βρίσκεται στο βάθος, εσώτατος, ενδόμυχος
μυώ: κατηχώ, προσηλυτίζω, διδάσκω, φανερώνω τα μυστικά τέχνης, επιστή­μης κ.λ.π.


Ν
νάμα / νάματα: οτιδήποτε ρέει ή χύνεται, (μτφ.) υψηλές ιδέες, ιδανικά
νεολογισμός ο: λέξη νέα ή χρησιμοποίηση λέξης με σημασία διαφορετική από τη  συνηθισμένη
νεοτεριστικός, -ή, -ό: που αποδέχεται και εισάγει νέες ιδέες ή συστήματα
νευραλγικός, -ή, -ό: (μτφ.) που είναι ευαίσθητος, ευπαθής
νηφάλιος, -ια, -ιο: (μτφ.) που έχει πνευματική διαύγεια, ήρεμος, ατάραχος
νοθεύω: παραποιώ, διαφθείρω
νομοτέλεια, η: η ύπαρξη ορισμένων νόμων που επιδρούν καθοριστικά στην  εξελικτική πορεία γεγονότων, καταστάσεων, φαινομένων κ.λ.π.
νουθεσία, η: συμβουλή, παραίνεση
ντετερμινισμός, ο: αιτιοκρατία
νωθρός, -ή, -ό: που τον χαρακτηρίζει η έλλειψη ενεργητικότητας, ράθυμος, οκνός
νωχέλεια, η: νωθρότητα


Ξ
ξενομανία, η: υπερβολικός θαυμασμός και προτίμηση των ξένων συνηθειών, προϊόντων κτλ.
ξενοφοβία, η: φόβος για κάτι ή κάποιον ξένο, συχνά προάγγελος του ρατσισμού
ξέφρενος, -η, -ο: ιλιγγιώδης, φρενήρης
(ε)ξορκίζω: προτρέπω κάποιον επίμονα, τον παρακαλώ θερμά να κάνει κάτι
 επικαλούμενος ιερά πρόσωπα ή πράγματα, διώχνω με ξόρκια ή προσευχές 
 πονηρά πνεύματα ή την αρρώστια που προκαλούν
ξιφουλκώ: επιτίθεμαι με ξίφος, (μτφ) ετοιμάζομαι να επιτεθώ φραστικά


Ο
οιηματίας, ο: αλαζόνας, επηρμένος, υπερβολικά υπερήφανος
οίηση, η: αλαζονεία, έπαρση, υπεροψία
οικειοποιούμαι: κάνω δικό μου κάτι που δε μου ανήκει, ιδιοποιούμαι, σφετε­ρίζομαι
οικογενειοκρατία, η: εύνοια προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια, νεποτισμός
οικουμενικός, -ή, -ό: γενικός, καθολικός, παγκόσμιος, πανανθρώπινος
οικτρός, -ή, -ό: αξιολύπητος, ελεεινός, άθλιος
οιστρηλατούμαι: κυριεύομαι από οίστρο, από παράφορο ενθουσιασμό
οκνηρία, η: φυγοπονία, τεμπελιά
ολίσθημα, το: σφάλμα, λάθος, παράπτωμα
ομογάλακτος, -η, -ο: (μτφ.) που ανατράφηκε με τις ίδιες αρχές, ιδέες
όμορος, -η, -ο: που συνορεύει,, γειτονικός
οξυδέρκεια, η: (μτφ.) οξεία αντίληψη, διορατικότητα
όξυνση, η: ένταση, επιδείνωση, έξαψη παθών
ορόσημο, το: σημάδι που δείχνει το όριο
ουραγός, ο, η: τελευταίος
ουμανιστής, ο: ανθρωπιστής
ουτοπία, η: κάτι το φανταστικό, το άπιαστο, το ακατόρθωτο
ουτοπικός, -ή, -ό: που θεωρείται αδύνατο να πραγματοποιηθεί, χιμαιρικός
οψιμαθής, -ής, -ές: αυτός που έμαθε κάτι αργά


Π
παγιοποίηση, η: σταθεροποίηση, μονιμοποίηση
παγιώνω: σταθεροποιώ
παγκοσμιοποίηση, η: η αναγωγή κάποιου πράγματος σε παγκόσμια υπόθεση / κλίμακα
παθητικοποίηση, η: η μετατροπή του ατόμου σε παθητικό δέκτη / σε αδρανή άνθρωπο
παθογένεια, η: (μτφ) οι «νόσοι» της σύγχρονης κοινωνίας
παθογένεση, η: ανάπτυξη νοσηρής κατάστασης
παθογόνος, -ος, -ο: νοσογόνος
πανάκεια, η: θεραπευτικό μέσο για κάθε νοσηρή κατάσταση
παραγκωνισμός, ο: παραμερισμός, υποσκέλιση, απομάκρυνση
παρασιτισμός, ο: (μτφ.) το να ζει κανείς σε βάρος άλλου, ως παράσιτο
παραχάραξη, η: διαστρέβλωση, παραποίηση
παρίας, ο: απόβλητος της κοινωνίας, άτομο χωρίς δικαιώματα
παρόξυνση, η: ερεθισμός, έξαψη
παρωχημένος, -η, -ο: ξεπερασμένος, περασμένος, παλιός
πασιφανής, -ής, -ές: ολοφάνερος
πάταγος, ο: δυνατός κρότος / (μτφ.) ζωηρή εντύπωση
πειθήνιος, -α, -ο: που είναι υπάκουος, ευπειθής, πειθαρχικός
πεμπτουσία, η: (μτφ.) το ουσιωδέστερο συστατικό
περιδεής, -ής, -ές: ο γεμάτος φόβο, περίφοβος
περίοπτος, -η, -ο: που φαίνεται από παντού / (μτφ.) έξοχος, επιφανής
περιστέλλω: περιορίζω την έκταση ή την ένταση
περισυλλογή, η: περιμάζεμα, συνετή διαχείριση, διανοητική συγκέντρωση
πλασματικός, -ή, -ό: που δεν είναι πραγματικός, φανταστικός ή υποθετικός, τεχνητός
πλατειασμός, ο: περιττολογία, πολυλογία
πλημμελής, -ής, -ές: που παρουσιάζει ελλείψεις, ελαττώματα, λαθεμένος,    ελαττωματικός
πλουραλισμός, ο: αποδοχή ή ανάπτυξη πολλών απόψεων στη διακίνηση ιδεών, πολυφωνία
πνιγερός, -ή, -ό: που δυσκολεύει την αναπνοή, αποπνικτικός, ασφυκτικός
ποδηγετώ: καθοδηγώ, κατευθύνω / (αρνητικά) χειραγωγώ
πολυπραγμοσύνη, η: η ασχολία με πολλά
πουριτανός, ο: (μτφ.) άνθρωπος αυστηρών αρχών και ηθών
πρεσβεύω: αντιπροσωπεύω, ομολογώ, παραδέχομαι
προασπίζω: προστατεύω, προφυλάσσω, υπερασπίζω
προγονοπληξία, η: έπαρση για τη δόξα των προγόνων
προϊδεάζω: ενημερώνω και προδιαθέτω κάποιον για κάτι που πρόκειται να γίνει ή να μάθει
προϊών, -ιούσα, -ιόν: που προχωρεί, που αυξάνεται
προκατάληψη η: γνώμη διαμορφωμένη εκ των προτέρων από επηρεασμό και χωρίς μελέτη του θέματος
προκρίνω: προτιμώ, επιλέγω πριν από την οριστική κρίση ή κατάταξη
πρόληψη, η: αποσόβηση, αποτροπή, πίστη σε ανύπαρκτες δυνάμεις που επη­ρεάζουν την τύχη του ανθρώπου
προοιωνίζομαι: προμαντεύω, προβλέπω
προπετής, -ης, -ες: ο απερίσκεπτα βιαστικός και αυθάδης στον τρόπο ομιλίας του, θρασύς, ιταμός
πρόσβαση, η: προσέγγιση
προσηλυτίζω: κάνω κάποιον οπαδό του θρησκευτικού δόγματος στο οποίο πιστεύω ή  γενικότερα οπαδό των ιδεών μου
προσιδιάζω: αρμόζω, ταιριάζω σε κάτι
προσπορίζω: παρέχω υλικά ή άλλα οφέλη, προμηθεύω
πρότυπος, -η, -ο: που μπορεί να χρησιμεύσει ως υπόδειγμα, τέλειος σε κάτι, αυτός που αποτελεί παράδειγμα για μίμηση
πρωταρχικός, -ή, -ό: βασικός, κύριος
πυροδοτώ: γίνομαι αφορμή για να προκληθεί μεταβολή μιας κατάστασης


Ρ
ραγδαίος, -α, -ο: που εκδηλώνεται, αιφνιδιαστικά και με μεγάλη δύναμη, ορμητικός,  βίαιος, ξαφνικός, ακάθεκτος
ραθυμία, η: τεμπελιά, οκνηρία, επιπολαιότητα
ρευστότητα, η: αστάθεια, έλλειψη σταθερότητας
ρήξη, η: σπάσιμο / (μτφ.) φιλονικία, διακοπή σχέσεων, βίαιη διάσπαση συνοχής
ρηξικέλευθος, -η, -ο: που ανοίγει δρόμους, νεοτεριστής, καινοτόμος
ρήση, η: λόγος, ομιλία, απόφθεγμα
ρητός, -ή, -ό: που έχει ειπωθεί, σαφής
ριζοσπαστικός, -ή, -ό: που έρχεται σε αντίθεση με τα καθιερωμένα, ο ουσιαστικά αναμορφωτικός, νεοτεριστικός, επαναστατικός
ρύπος, ο: ακαθαρσία, βρωμιά


Σ
σαθρός, -ή, -ό: που έχει φθαρεί, ετοιμόρροπος, σάπιος
σκαιός, -ή, -ό: που συμπεριφέρεται βάναυσα, απότομος
σκανδαλοθηρία, η: το κυνήγι σκανδάλων και η ευχαρίστηση από την αποκάλυψη τους
σμιλεύω: λαξεύω, σκαλίζω με σμίλη / (μτφ.) μορφώνω, διαπαιδαγωγώ
σοβινισμός, ο: τυφλός εθνικισμός
στερεότυπο, το: ιδέες, πεποιθήσεις κτλ. που διαμορφώνουν ορισμένη συμπεριφορά κατά φύλο, ηλικία κ.ά.
στηλιτεύω: επιτιμώ δημόσια, κατακρίνω με δριμύτητα
στοχοθεσία, η: καθορισμός στόχων (κυρίως στη ζωή)
στρέβλωση, η: διαστρέβλωση, παραποίηση
συγκεντρωτισμός, ο: συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια λίγων μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνική ομάδα / συγκέντρωση των δημοσίων υπηρεσιών, οργανισμών κτλ. και γενικά της δημόσιας διοίκησης σε ένα τόπο
συγκερασμός, ο: (για απόψεις, ιδέες κ.λ.π.) ανάμειξη, συνδυασμός
συγκατάβαση, η: επιεικής αποδοχή, συγκατάθεση, καταδεκτικότητα
συγκρητισμός, ο: συγκερασμός, συγχώνευση
συγκυρία, η: συντυχία, σύμπτωση
συγχρωτισμός, ο: στενή επικοινωνία, συναναστροφή
συμβατικός, -ή, -ό: που είναι καθορισμένος με συμφωνία
σύμπραξη, η: ενέργεια που γίνεται από κοινού, συναρωγή, συνεργασία
σύμφυτος, -η, -ο: έμφυτος
συνάδει: ταιριάζει, βρίσκεται σε αρμονία
συναίνεση, η: αποδοχή, συγκατάθεση, συγκατάνευση
συναρτώ: συνάπτω, συνδέω
συναφής, -ής, -ές: που συνδέεται με κάτι άμεσα, σχετικός.
συνάφεια, η: άμεση σχέση, αλληλεξάρτηση
συνέχω: συγκρατώ, συνδέω στενά.
συνοχή, η: σύνδεση, λογική σχέση
συνεκτικός, -ή, -ό: που συγκρατεί, που εξασφαλίζει τη συνοχή
σύρραξη, η: σύγκρουση, συμπλοκή
συρρικνώνομαι: ζαρώνω / (μτφ.) περιορίζομαι, μαζεύομαι
σφετερισμός, ο: παράνομη οικειοποίηση, αρπαγή ξένου πράγματος
σφύζω: χτυπώ δυνατά, είμαι γεμάτος σφρίγος
σφυρηλάτηση, η: κατεργασία μετάλλων με τη σφύρα / (μτφ.) διαμόρφωση με επίμονη άσκηση (π.χ. σφυρηλάτηση προσωπικότητας)


Τ
ταγός, ο: αρχηγός, ηγεμόνας
τεκμηρίωση, η: απόδειξη
ταλανίζω: βασανίζω, ταλαιπωρώ
ταλάντευση, η: αβεβαιότητα, δισταγμός
τελεσφόρος, -ος, -ο: αποτελεσματικός
τελεσφορώ: φέρνω αποτέλεσμα
τιθασεύω: εξημερώνω, δαμάζω
τορπιλίζω: ανατινάζω με τορπίλη / (μτφ.) υπονομεύω, καταστρέφω
τροχοπέδη, η: φρένο, εμπόδιο
τρυφηλός, -ή, -ό: επιρρεπής στην ηδονική ζωή, μαλθακός
τυποποίηση, η: παραγωγή όμοιων προϊόντων, ομοιομορφοποίηση
τύρβη, η: ταραχή, σύγχυση, αναστάτωση (π.χ. τύρβη της καθημερινότητας)


Υ
υλοποίηση, η: πραγματοποίηση, εκπλήρωση
υπαναχώρηση, η : αποκήρυξη ιδεών, αναίρεση απόψεων
υπεισέρχομαι: διεισδύω, εισέρχομαι κάπου χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
υπεκφεύγω: διαφεύγω, αποφεύγω επιτήδεια
υπερτέρηση, η: ανωτερότητα, επικράτηση
υπερφίαλος, -η, -ο: αλαζόνας, θρασύς
υποβλέπω: (μτφ.) βλέπω όχι με καλό μάτι
υποβολιμαίος, -α, -ο: που επιβλήθηκε με υπόδειξη άλλου, πλαστός, νόθος
υποδαύλιση, η: το δυνάμωμα της φωτιάς / (μτφ.) υποκίνηση, αναμόχλευση
υποδομή, η: η οικονομική, πνευματική, βιομηχανική κτλ. βάση μιας κοινωνίας, θεμέλιο
υποθάλπω: θερμαίνω ελαφρά / (μτφ.) συντηρώ ή τροφοδοτώ κρυφά
υποκύπτω: υποτάσσομαι
υπολείπομαι: μένω πίσω, καθυστερώ
υπονόμευση, η: δολιοφθορά, κρυφή υποκίνηση
υποσκάπτω: (μτφ.) κλονίζω κάτι με συνεχή φθορά, φθείρω
υποχείριος, -ια, -ιο: που βρίσκεται υπό την εξουσία κάποιου, ο υποταγμένος
υστεροβουλία, η: σκέψη ή ενεργεία που κρύβει ιδιοτέλεια
υφέρπω: διαδίδομαι κρυφά, επιβουλεύομαι
ύφεση, η: χαμήλωμα, ελάττωση της έντασης
υφή, η: το είδος της ύφανσης, η σύσταση ενός σώματος


Φ
φαινομενικά (επιρρ.): απατηλά
φαλκίδευση, η: νόθευση
φασματικός, -ή, -ό: που σχετίζεται με το φάσμα
φαύλος, -η, -ο: που είναι ανήθικος, αχρείος
φενάκη, η: (μτφ.) απάτη
φειδώ, η: η με μέτρο κατανάλωση / χρήση, οικονομία
φθίνω: μαραίνομαι, εξαντλούμαι, ελαττώνομαι, συνεχώς
φυσιογνωμία, η: το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων προσώπου ή πράγματος / εξέχουσα προσωπικότητα
φιλαλληλία, η: αγάπη για τον πλησίον, αλτρουισμός
φυγοπονία, η: αποφυγή των κόπων, τεμπελιά, οκνηρία


Χ
χαίνω: σχηματίζω χάσμα, είμαι ανοιχτός
χαλιναγώγηση, η: αναχαίτηση, συγκράτηση
χαλυβδώνω: ενισχύω, ενδυναμώνω, ατσαλώνω
χειραγωγώ: (μτφ.) καθοδηγώ κάποιον
χιμαιρικός, -ή, -ό: που δεν εφαρμόζεται, απραγματοποίητος, ουτοπικός
χλιδή, η: ζωή μέσα στην πολυτέλεια, στον πλούτο
χρησιμοθηρία, η: η επιδίωξη του χρήσιμου ή ωφελίμου, ωφελιμισμός
χροιά, η: χρώμα, απόχρωση / (μτφ.) μορφή, χαρακτήρας
χρονοβόρος, -α, -ο: που απαιτεί πολύ χρόνο, για τον οποίο αφιερώνεται πολύς χρόνος


Ψ
ψευδαξία, η: αξία με μη πραγματική / διαχρονική αξία, κάτι που θεωρείται ως αξία, χωρίς να είναι πραγματικά
ψέγω: επικρίνω, κατηγορώ
ψευδολογία, η: ψεύτικος λόγος, ψέμα
ψήγμα, το: ρίνισμα / (μτφ.) το ελάχιστο κομμάτι
ψύχρανση, η: απώλεια / μείωση ενθουσιασμού, δυσαρέσκεια


Ω
ώθηση, η : παρότρυνση, παρακίνηση
ωμότητα, η: σκληρότητα, απανθρωπιά
ωραιολογία, η: βερμπαλισμός, ωραία λόγια που στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου
ωφελιμισμός, ο: στάση του ανθρώπου, κατά την οποία δίνει προτεραιότητα στο προσωπικό συμφέρον







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου